Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να παρατηρήσει κανείς ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και από όλα τα πολιτικά κόμματα, και όχι μόνο γύρω από τις εκλογές, εξελίσσεται ένας ανταγωνισμός πακέτων παροχών. Εκτακτα επιδόματα, free pass διάφορων τύπων, φοροαπαλλαγές, δασμοαπαλλαγές κ.λπ. Στην Ελλάδα, μάλιστα, η παροχολογία έχει αποκτήσει και περιοδικότητα: η Εκθεση στη Θεσσαλονίκη γίνεται η κατεξοχήν ετήσια γιορτή της. Τι θα υποσχεθεί ο εκάστοτε πρωθυπουργός στη μεσαία τάξη, στους αγρότες, στους νέους; Πώς θα τον ξεπεράσει η αντιπολίτευση; Τα ερωτήματα αυτά συνοδεύονται και από τον αναμενόμενο αντίλογο. «Είναι κοστολογημένες οι παροχές ή δεν είναι;». Και βέβαια η μόνιμη επωδός: «Δεν αντέχει η οικονομία τέτοιες παροχές», «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος» κ.λπ. Οι συζητήσεις αυτές έχουν σχεδόν αντικαταστήσει τη συζήτηση για την πολιτική πορεία της χώρας, και στον κατεξοχήν χώρο αυτών των συζητήσεων, στο κοινοβούλιο.
Ας αναρωτηθούμε, πάντως, για μια στιγμή τι είναι αυτός ο λόγος, ποια είναι η λειτουργία του και ποια είναι σχέση που έχει με την εξελισσόμενη πραγματικότητα. Η εύκολη απάντηση είναι ότι είναι λαϊκισμός. Οταν, όμως, όλοι γίνονται λαϊκιστές, ακόμη και οι διακηρυγμένοι αντιλαϊκιστές, θέλει λίγο παραπάνω ψάξιμο.
Πρώτον, η παροχολογία είναι ένας λόγος αποσπασματικός. Για να χρειάζονται έκτακτες παροχές, και επίσης για να βρίσκει αντίκρισμα στην κοινή γνώμη η παροχολογία, σημαίνει ότι κάτι δεν λειτουργεί καλά. Εδώ το ερώτημα θα ήταν τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε να μη χρειάζονται έκτακτες διορθώσεις. Αν όμως οι έκτακτες παροχές είναι επαναλαμβανόμενο και μόνιμο φαινόμενο, τότε σημαίνει ότι είναι παράγωγα ενός συγκεκριμένου τρόπου λειτουργίας της οικονομίας και της κοινωνίας, ο οποίος χρειάζεται να αποφορτίζεται περιοδικά με παροχές για να μην αλλάζει.
Δεύτερο, και απότοκο του πρώτου, είναι ότι οι παροχές ως αίτημα δεν αφορούν την αλλαγή των κανόνων. Αφορούν τις συνέπειές τους. Γιατί η αλλαγή των κανόνων σημαίνει μεταρρυθμίσεις. Υπήρξε πολύς λόγος, αμετροέπεια και φλυαρία για μεταρρυθμίσεις (ή γιατί η Ελλάδα δεν είναι «μεταρρυθμίσιμη») στις προηγούμενες δεκαετίες. Ποιο ήταν το αποτέλεσμά τους; Ταυτίστηκαν όλες με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και με ιδιωτικοποιήσεις ή την υπονόμευση του κράτους πρόνοιας και της λογικής του. Επομένως, όχι μόνον αυτο-δυσφημήστηκαν, αλλά δημιούργησαν το κενό που έρχεται να καλύψει η παροχολογία.
Η παροχολογία μπροστά στο μέγεθος των προβλημάτων αποτελεί εντέλει υποβάθμιση της νοημοσύνης των πολιτών.
Ας δούμε όμως δύο συγκεκριμένα παραδείγματα:
Α) Είναι κοινή θέση σε όλες τις αναλύσεις ότι η Ελλάδα αποκλίνει παρά συγκλίνει με το μέσο βιοτικό επίπεδο της Ευρώπης. Οτι από την άποψη της αγοραστικής δύναμης είναι η τελευταία στην Ευρώπη, μαζί με τη Βουλγαρία. Οτι το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης στους νέους είναι στην Ελλάδα το δεύτερο χειρότερο στην Ευρώπη. Πώς αυτά αντιμετωπίζονται με παροχές; Βελτιώνεται η θέση της χώρας με έκτακτα επιδόματα; Ή μήπως η λογική των παροχών είναι στοιχείο της υποβάθμισης της χώρας και της δυσπραγίας;
Β) Το αίτημα των δωρεάν συγκοινωνιών στις πόλεις. Είναι ακραία υποβάθμιση και κατακερματισμός, αν το ζήτημα της μετακίνησης στις δύο μεγάλες ελληνικές πόλεις, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, συρρικνώνεται στις δωρεάν μετακινήσεις. Οι πολίτες που χρησιμοποιούν τις δημόσιες συγκοινωνίες, αλλά και εκείνοι που αναγκάζονται να οδηγούν οι ίδιοι, ξοδεύουν ώρες και υφίστανται απίστευτη ταλαιπωρία καθημερινά. Οι ίδιες οι πόλεις εξελίσσονται χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόβλεψη τι θα είναι και τι θα γίνουν στο μέλλον. Οι ελίτ προσανατολίζονται στη δημιουργία νέων πόλεων, είτε στο θαλάσσιο μέτωπο στην Αθήνα είτε στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Η ενδοχώρα των πόλεων, που καταγράφει τη μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού στην Ευρώπη, τη μεγαλύτερη κατάληψη δημόσιου χώρου από ιδιωτικά αυτοκίνητα, τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε ακραίες καιρικές συνθήκες, χωρίς πρόβλεψη στις κλιματικές αλλαγές, έχει αφεθεί στην τύχη της.
Η παροχολογία μπροστά στο μέγεθος των προβλημάτων αποτελεί εντέλει υποβάθμιση της νοημοσύνης των πολιτών. Καταλαβαίνει, βέβαια, κανείς ότι η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία δεν γίνεται με επιχειρήματα και αναλύσεις που απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή από τον κόκκο χρόνου των σύγχρονων μέσων. Αναρωτιέμαι, όμως, τι κερδίζουμε. Μήπως, επομένως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για την τρέχουσα γλώσσα της πολιτικής, συνολικά; Και τουλάχιστον οι δυνάμεις που δεν βλέπουν την πολιτική ως κάλυψη των όσων κάνουν, αλλά ως τον τρόπο λύσης των προβλημάτων, θα πρέπει να αναζητήσουν μια άλλη γλώσσα; Μια γλώσσα που μιλάει για προβλήματα και δομικές αντιμετωπίσεις;
*Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

