Σ’ ένα πρόσφατο κείμενό του, ο Νίκος Βατόπουλος ασχολείται με τις επιγραφές στα παλιά μαγαζιά (Παλιές επιγραφές: η καλλιγραφία της γειτονιάς, Κ). Το κείμενο είναι, φυσικά, έξοχο, όμως στέκομαι στη φωτογραφία μίας τζαμένιας πόρτας κλειστού ψιλικατζίδικου. Με την πολύχρωμη, αφελή γραμματοσειρά του το μαγαζί δείχνει αθώο: δεν έχω τίποτα να κρύψω, λέει, να κι η τζαμένια πόρτα μου. Το αντιπαραβάλλω με μία νέα κατασκευή που παρατηρώ στην Αθήνα. Τα airbnb με κάγκελα.
Δεν ξέρω εάν τα έχετε δει. Είναι ισόγεια ή υπόγεια που έχουν ανακαινιστεί, έχει, δηλαδή εξαλειφθεί η μοναδικότητά τους, χάριν της χρηστικότητας. Αντίο μωσαϊκό. Αντίο ξύλινες μπαλκονόπορτες, αντίο γλαστράκια και αφύλαχτα παράθυρα με απλό τζάμι. Αντίο Αθήνα. Χαίρε μη τόπε. Δωμάτια που τα ξέρεις πριν καν βγεις από την πόρτα του αεροπλάνου, γιατί είναι ίδια παντού. Πλακάκι για γρήγορο καθάρισμα, βραστήρας, διακόσμηση με πίνακες AI. Και τώρα κάγκελα.
Στο Airbnb κοντά στο σπίτι μου (που δεν είναι δικό μου, το νοικιάζω) η ανακαίνιση ολοκληρώθηκε από τη μία μέρα στην άλλη. Δύο ισόγεια έγιναν ενοικιαζόμενα. Τα κάγκελα πιάνουν όλη την είσοδο. Στο πλάι έχουν αυτό το κουτί με το κλειδί. Εκπέμπουν καχυποψία.
Ποιος φοβάται ποιον όμως;
Υποθέτω τα κάγκελα αποσκοπούν στην ασφάλεια των επισκεπτών, να νιώσουν οι άνθρωποι πως δεν κινδυνεύουν από τους ιθαγενείς. Όμως, αυτό είναι κάπως θλιβερό, γιατί η αρχική ιδέα του Airbnb δεν ήταν να καταστρέψει τις γειτονιές, αλλά να σού δώσει την ευκαιρία να μείνεις ανάμεσα σε κανονικούς ανθρώπους που βγάζουν το σκυλί τους βόλτα, δουλεύουν, πληρώνουν λογαριασμούς κι έχουν να σου πουν κάτι εκτός τουριστικού οδηγού. Τα κάγκελα νηπιοποιούν τον επισκέπτη, τον διαχωρίζουν και τον προτρέπουν να κρατά τις αποστάσεις του (προτροπή που, ευτυχώς, πετιέται στα σκουπίδια).
Κι εμείς; Εμείς τρέμουμε, φυσικά, μόλις ανοίγει κάποιο τέτοιο δωμάτιο, αφού το επόμενο δωμάτιο μπορεί να είναι το δικό μας ή να μην είναι, υπό τον όρο μίας αύξησης ενοικίου που θα μάς οδηγήσει στη συγκατοίκηση με τη μαμά. Ισόγεια που, εάν κρίνει κανείς από τις επιγραφές, πουλούσαν κάποτε φρούτα, υφάσματα, βιβλία, κατσαβίδια, μπογιές, ψιλικά, ψάρια τώρα πουλάνε ένα μονάχα πράγμα-γιατί μόνον αυτό πωλείται. Είναι βαρετό. Μάλιστα η πώληση γίνεται στην ψηφιακή σφαίρα, στον φυσικό χώρο μένουν αυτά τα εσωστρεφή ανακαινισμένα κτίρια που το στυλ τους δεν φανερώνει τις προθέσεις τους. Είναι απολύτως ιδιωτικοί χώροι που δεν μάς απευθύνονται.
Οι παλιές νοσταλγικές επιγραφές που δημιουργούσαν ατμόσφαιρα γειτονιάς είχαν μία απεύθυνση. Μιλούσαν σε απλούς ανθρώπους που θέλανε να αγοράσουν φρούτα ή να μπαλώσουν το ρούχο τους. Τώρα, οι περισσότερες επιγραφές μάς απευθύνονται στα αγγλικά ή με το λεκτικό της εμπορικής αλυσίδας ή με λέξεις σε αχρησία («άρτος», «ευ»). Αυτό δεν συμβαίνει για λόγους τουρισμού, αλλά επειδή οι σύγχρονοι Έλληνες υποτιμούν συστηματικά οτιδήποτε τους είναι κοντινό. Έτσι, εάν ένα μαγαζί θέλει να δείχνει ελκυστικό, πρέπει να παραστήσει το εξωτικό, το παλιό ή το μακρινό.
Υπό αυτήν την έννοια, η παρουσία επισκεπτών στην πόλη είναι αναζωογονητική, καθώς στο βλέμμα τους αντικατοπτρίζονται προφανείς αλήθειες για την οικεία σαγήνη της Αθήνας που τις παραβλέπεις άμα μένεις όλη την ώρα εδώ (η πολιτιστική ζωή τον Ιούνιο είναι αδιανόητα καλή, το φαγητό είναι πάντα καλό κλπ.). Η όλη γκρίνια για το καλοκαίρι καθόλου δεν σχετίζεται με τους τουρίστες. Έχει να κάνει με τους διαχωρισμούς. Με την έλλειψη πολιτικών που θα έκαναν τους ντόπιους να αισθανθούν πως δεν κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς σπίτι.

