Δεν θυμάμαι αν το μπακάλικο του κυρίου Νίκου στην οδό Δροσοπούλου, εκείνα τα χρόνια, είχε κάποια ονομασία ή ωραία επιγραφή. Υπήρχαν όμως τσουβάλια με ρύζι και φασόλια, εκλεκτή φέτα σε βαρέλι και προσωπικό με άσπρες ποδιές. Φέρνω όμως στον νου το πλήθος των πινακίδων, παλαιικών ή μοντέρνων για τα μέτρα του μεταπολεμικού κόσμου, που γέμιζαν τους δρόμους της Αθήνας. Παντοπωλεία σαν του κυρίου Νίκου, και μαζί ηλεκτρολογεία, μανάβικα, ιχθυοπωλεία, επιδιορθώσεις ενδυμάτων, κουρεία, κομμωτήρια, παιχνιδοπωλεία, στιλβωτήρια, φαρμακεία, ψιλικατζίδικα, χαρτοπωλεία, νεωτερισμοί, φωτογραφεία, στεγνοκαθαριστήρια, είδη ραπτικής και πλεξίματος, συνεργεία, συνέθεταν εκείνον τον πυκνό μικρόκοσμο της αθηναϊκής συνοικίας προς δόξαν της μικροϊστορίας.

Συλλέγω αυτές τις εικόνες που έμειναν και παραμένουν μάρτυρες μιας άλλης, χειροποίητης και απλούστερης ζωής και επιπλέουν στη μνήμη μας ως τεκμήρια μιας αστικής λαογραφίας. Ενας ολόκληρος κόσμος ζούσε την πόλη μέσα από αυτές τις καθημερινές συναλλαγές. Θυμάμαι προ αρκετών ετών το φωτογραφικό λεύκωμα της Εβίτας Μαχαίρα «Ο ίσκιος της Αθήνας», με κείμενο του Μάνου Ελευθερίου (εκδ. Ποταμός, 2002), στο οποίο είχε αποθησαυριστεί όλη αυτή η γραφιστική κληρονομιά των επιγραφών. Και πρόσφατα είχα παρακολουθήσει την εξαιρετική φωτογραφική καταγραφή του συγγραφέα Γιώργου Θάνου. Υπάρχουν πολλοί που παρατηρούν αυτές τις επιγραφές και συγκινούνται… αλλά η επιδερμίδα της πόλης αλλάζει.

Μια θύμηση ακόμη, σχεδόν κινηματογραφική και αυτή, ήταν η διήγηση του πατέρα μου από το 1940, όταν 12χρονος μαζί με την παρέα του είχαν στηθεί απέναντι από το παλιό θερινό σινεμά «Κυβέλεια», στο τέρμα Πατησίων, που άλλαζε όνομα. Η μικρή αγορίστικη παρέα είχε πέσει πάνω στη στιγμή που είχαν κατέβει τα γράμματα του πρώην «Κυβέλεια» και οι εργάτες ήταν έτοιμοι να ανεβάσουν τα καινούργια γράμματα που θα αποκάλυπταν το νέο όνομα. Επικρατούσε αγωνία καθώς σηκώνονταν ένα ένα τα κόκκινα καλλιγραφικά γράμματα: Κ – Α – Μ… «Καμέλια» βαφτίστηκε το νέο σινεμά στο τέρμα Πατησίων λίγο πριν από τον πόλεμο, και η ιστορία του, θαμπή πλέον στον χρόνο, ανελκύεται τώρα μαζί με όλη τη σκόνη και τις σκιές των παλαιών επιγραφών.
Οι κινηματογράφοι είναι βεβαίως μια ξεχωριστή κατηγορία και ίσως θα έπρεπε να υπάρξει άρθρο ειδικής αναφοράς. Σήμερα, περπατώντας στις γειτονιές της Αθήνας, εντοπίζω σκόρπια τις παλιές επιγραφές που αποτελούν ένα είδος ημερολογίου καθημερινότητας για τη συνοικιακή ζωή του 20ού αιώνα.

Είναι επιγραφές συχνά άνισης ποιότητας ή καλλιτεχνίας. Συνιστούν όμως όλες αναγνωρίσιμα κεφάλαια της εξέλιξης των πόλεών μας, ειδικά, δε, της Αθήνας, με το αχανές μωσαϊκό των ανθρώπων της, οι παλιές πινακίδες μοιάζουν σήμερα να είναι αντίβαρο σε μια προβλέψιμη και τυποποιημένη καθημερινότητα. Ενας παρατηρητής του μέλλοντος, εφόσον θα έχει την τύχη να συναντήσει μερικά τέτοια δείγματα στον δρόμο, θα τις περισυλλέξει νοερά σαν αχιβάδες σε παραλία. Αν τις βρει σε ένα μελλοντικό μουσείο αστικής ζωής, θα θελήσει να μάθει περισσότερα για όσα κοσμούσαν σαν καλλιγραφία τις μαρκίζες της πόλης και για όσα σαν προέκταση μιας κοινωνικής αλυσίδας μέσα από το εμπόριο, τις υπηρεσίες και τη συναναστροφή έδεναν τη γειτονιά σε ένα ευανάγνωστο και καθησυχαστικό
θερμοκήπιο ζωής.

Αν γράφω αυτές τις γραμμές είναι για να δώσω κάποια εύσημα σε όσα παραμερίστηκαν και σε όσα αγνοούνται και υποτιμώνται ως ασήμαντα ή ευτελή. Αν στο παρελθόν στεκόμουν μόνο μπροστά στις εμφανώς ατμοσφαιρικές επιγραφές καταστημάτων, ξενοδοχείων, κινηματογράφων και συλλόγων, κυρίως όσες διασώζονταν από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, σταδιακά είδα πόση νοσταλγία μπορεί να προκαλέσει ακόμη και μια επιγραφή έξω από ένα προ ετών κλειστό βιντεοκλάμπ γειτονιάς του 1985-1990. Ακόμη και επιγραφές ενώσεων, εντευκτηρίων, λεσχών, πολιτικών κομμάτων, επιτροπών, τοπικών οργανώσεων συνιστούν και αυτές ένα πάνθεον κοινωνικού ευρετηρίου. Η πόλη παραθέτει τους θησαυρούς της…

