Ο λάθος κοινωνικός θυμός

3' 55" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Αν ακούσει κανείς τις συζητήσεις σε μεγάλο μέρος του δημόσιου χώρου, στα κοινωνικά δίκτυα ή στις παρέες των καφενείων, θα σχηματίσει εύκολα την εικόνα μιας κοινωνίας βαθιά θυμωμένης. Κι όμως, το κυρίαρχο αυτό συναίσθημα της εποχής παρουσιάζει ένα παράδοξο χαρακτηριστικό: αντί να κινητοποιήσει την κοινωνία, την ακινητοποιεί. Δεν μετατρέπεται σε συλλογική δράση ούτε σε πολιτική δυναμική. Ανακυκλώνεται σε δημόσια θέα και τελικά εξαντλείται. Ο σημερινός θυμός γεννάει κυνισμό, αποστασιοποίηση, παραίτηση και, συχνά, αποχή – η οποία, ας μην το ξεχνάμε, στις τελευταίες εθνικές εκλογές έφτασε στο 46,3%. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Κατ’ αρχάς, ο κοινωνικός θυμός δεν είναι ενιαίος αφού αναλύεται σε πολλά και διαφορετικά είδη δυσαρέσκειας. Υπάρχει ο θυμός όσων αισθάνονται οικονομικά πιεσμένοι. Υπάρχει ο θυμός εκείνων που πιστεύουν ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε. Υπάρχει ο θυμός ανθρώπων που νιώθουν ότι η αξία τους δεν αναγνωρίζεται ή ότι οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι θυμοί. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο θυμός δεν συναντάται αποκλειστικά στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, αλλά επίσης εκδηλώνεται εντονότερα σε τμήματα των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων ή σε ανθρώπους με υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους και τη χώρα. Με άλλα λόγια, ο θυμός δεν είναι μόνο προϊόν υλικής στέρησης, αλλά και προϊόν ματαιωμένων προσδοκιών. Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με το 2012 ή το 2015. Τότε ο θυμός συνοδευόταν από ελπίδα. Εκατομμύρια πολίτες πίστευαν ότι μια ριζική πολιτική αλλαγή ήταν εφικτή. Υπήρχε η αίσθηση ότι η πολιτική κατάσταση που είχε παγιωθεί επί δεκαετίες μπορούσε να ανατραπεί, ότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις και πολιτικοί φορείς ικανοί να τις εκφράσουν. Ο θυμός είχε κατεύθυνση και πολιτικό σκοπό. Σήμερα παραμένει ισχυρός ως συναίσθημα, αλλά δεν μετατρέπεται εύκολα σε προσδοκία αλλαγής.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι αυτός ο διάχυτος θυμός, πέρα από το ότι δεν έχει σαφές ιδεολογικό πρόσημο, δεν στρέφεται μόνο προς την κυβέρνηση. Στρέφεται ταυτόχρονα και προς την αντιπολίτευση. Πολλοί πολίτες εκφράζουν δυσαρέσκεια για κυβερνητικές επιλογές, αλλά την ίδια στιγμή αδυνατούν να διακρίνουν μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα γενικευμένης απογοήτευσης. Η δυσαρέσκεια χάνει έτσι τον πολιτικό της αποδέκτη και μετατρέπεται σε διάχυτη αμφισβήτηση του συνόλου του πολιτικού συστήματος. Αυτό ακριβώς εξηγεί και την ανθεκτικότητα της κυβέρνησης που, παρά τα λάθη, τις κρίσεις και τη φθορά που έχει υποστεί εξακολουθεί να διατηρεί σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας την εικόνα μιας δύναμης που εγγυάται τη σταθερότητα, διαθέτει σχετική διοικητική επάρκεια και απολαμβάνει διεθνή αξιοπιστία. Δεν πρόκειται βέβαια για καθολική αποδοχή ούτε για ενθουσιώδη στήριξη – πρόκειται, απλώς, για μια συγκριτική αξιολόγηση. Γι’ αυτό και δεν επιβεβαιώνονται οι κατά καιρούς προβλέψεις περί επικείμενης κατάρρευσης που ακούγονται στον δημόσιο διάλογο.

Δεδομένου ότι οι δημοκρατίες δεν λειτουργούν μόνο με τη δυσαρέσκεια, χρειάζονται και την προσδοκία ότι η εκάστοτε αντιπολίτευση μπορεί να παράγει καλύτερα αποτελέσματα από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Σε ένα περιβάλλον όπου η δυσαρέσκεια δεν συνοδεύεται από μια εναλλακτική προσδοκία, ο θυμός παύει να αποτελεί μοχλό ανατροπής και γίνεται δύναμη ακινησίας. Αυτό, όμως, θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα. Γιατί το συναίσθημα, που πριν από μία δεκαετία δημιουργούσε μαζική πολιτική κινητοποίηση, οδηγεί σήμερα σε αδράνεια; Μια εύκολη, αλλά ανεπαρκής, απάντηση θα ήταν ότι οι πολίτες έχουν κουραστεί ή ότι έχουν απογοητευθεί από την πολιτική. Οι πολίτες, ωστόσο, εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για την πολιτική, αφού συζητούν, διαφωνούν, αγανακτούν και σχολιάζουν καθημερινά όσα συμβαίνουν. Μια καλύτερη ερμηνεία είναι ότι ένα μέρος του σημερινού θυμού τροφοδοτείται από την ίδια την ανθεκτικότητα της υφιστάμενης κατάστασης. Καθώς η κυβέρνηση δεν καταρρέει παρά τα λάθη και τις κρίσεις που αντιμετωπίζει και καθώς η αντιπολίτευση δεν ενισχύεται παρά τη διάχυτη δυσαρέσκεια, οι πολιτικοί συσχετισμοί παραμένουν αξιοσημείωτα σταθεροί, ακόμη και όταν η δημόσια συζήτηση δημιουργεί την εντύπωση ότι επίκειται μια μεγάλη ανατροπή. Αυτό παράγει μια ιδιόμορφη ψυχολογία: όσο περισσότερο διαψεύδεται η προσδοκία μιας επικείμενης αλλαγής, τόσο περισσότερο ο θυμός χάνει την κατεύθυνσή του και, πλέον χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό στόχο, μετατρέπεται σε γενικευμένη δυσπιστία.

Σήμερα, μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας είναι θυμωμένο γιατί δυσκολεύεται να πιστέψει στην πιθανότητα μιας αλλαγής διαφορετικής από αυτήν που επιχειρεί η κυβέρνηση. Και αυτό ίσως είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο της συγκυρίας. Δεδομένου ότι οι δημοκρατίες δεν λειτουργούν μόνο με τη δυσαρέσκεια, χρειάζονται και την προσδοκία ότι η εκάστοτε αντιπολίτευση μπορεί να παράγει καλύτερα αποτελέσματα από την εκάστοτε κυβέρνηση. Οταν αυτή η προσδοκία εξασθενεί, ο θυμός, από κινητήρια δύναμη μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό αυτοαναπαραγόμενης απογοήτευσης. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις, η μεγαλύτερη πολιτική πρόκληση δεν είναι η διαχείριση του λάθος θυμού, αλλά η σωστή αποκατάσταση της πίστης ότι η πολιτική έχει τη δύναμη να αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Διότι, τελικά, οι κοινωνίες δεν παραλύουν όταν θυμώνουν. Παραλύουν όταν παύουν να πιστεύουν ότι ο θυμός τους μπορεί να οδηγήσει σε κάτι δημιουργικό και ελπιδοφόρο.

*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT