Η προβολή του ντοκιμαντέρ «Στο χιλιοστό» των δημοσιογράφων Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, μεγάλο ενδιαφέρον. Η εξιστόρηση, μέσα από τις μαρτυρίες πολλών από τους πρωταγωνιστές (Ελληνες και ξένους), των γεγονότων που σημάδεψαν το εξάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2015 έδωσε την ευκαιρία να ξανασυζητηθούν πολλές από τις πτυχές αυτής της δραματικής περιόδου, η οποία λίγο έλειψε να έχει καταστροφικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Προκάλεσε, όμως, και ένα ερώτημα: Μια αφήγηση που αφορά σχετικά πρόσφατα περιστατικά μπορεί να πληροί τα κριτήρια της αντικειμενικότητας ή μοιραία φορτίζεται από τη χρονική εγγύτητα σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρεκκλίνει από την οδό της αμεροληψίας;
Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Είναι τόσο παλιό όσο και η επιστήμη της Ιστορίας. Ο θεμελιωτής της ήταν ο Θουκυδίδης, ο οποίος περιέγραψε με τρόπο συστηματικό την εξέλιξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ωστόσο, ο ίδιος δεν είχε απλώς ζήσει τα γεγονότα τα οποία περιέλαβε στο μνημειώδες σύγγραμμά του. Σε κάποια από αυτά είχε πρωταγωνιστήσει κιόλας, ως ένας από τους στρατηγούς της Αθήνας στα πρώτα στάδια της ένοπλης σύρραξης με τη Σπάρτη και τους συμμάχους της. Αν το κριτήριο της χρονικής απόστασης από τα εξιστορούμενα αναχθεί σε ανελαστική προϋπόθεση, τότε το έργο του Θουκυδίδη θα πρέπει να θεωρηθεί ανεπαρκές από αυτήν την άποψη – ένα συμπέρασμα που, όμως, αντιφάσκει με την πανθομολογούμενη αποδοχή της εγκυρότητας αυτού του έργου.
Οι κυρίες Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού δεν είχαν ασφαλώς τη φιλοδοξία να αναμετρηθούν με τη μέγεθος του Θουκυδίδη, ούτε ισχυρίστηκαν ότι το ντοκιμαντέρ τους είναι ένα είδος οπτικοποιημένης ιστορικής μονογραφίας. Εκαναν όμως κάτι άλλο, που έχει τη δική του σημασία: μας παρέδωσαν ένα εξαιρετικό δείγμα δημόσιας ιστορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ερώτημα περί αντικειμενικότητας παύει να υφίσταται. Αντιθέτως, τίθεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η δημόσια ιστορία, ιδίως όταν διαχέεται μέσα από ένα τόσο ισχυρό μέσον όσο η τηλεόραση, έχει μια ιδιαιτερότητα: δεν απευθύνεται σε ένα στενό κύκλο ειδικών, αλλά σε ένα ευρύ κοινό, το οποίο δεν έχει ούτε τον χρόνο ούτε τα εργαλεία για να σταθμίσει όλες τις πηγές.
Στην περίπτωση του ντοκιμαντέρ «Στο χιλιοστό», η τηλεοπτική αφήγηση λειτούργησε ως αφορμή για την επαναφορά στο προσκήνιο μιας περιόδου που παραμένει εξαιρετικά φορτισμένη. Το 2015 δεν έχει ακόμη απομακρυνθεί αρκετά ώστε να έχει μεταβληθεί σε ψυχρό ιστορικό αντικείμενο. Για πολλούς Ελληνες δεν είναι «παρελθόν» με την κλασική έννοια του όρου. Είναι ακόμη βιωμένη εμπειρία: οι κλειστές τράπεζες, τα capital controls, το δημοψήφισμα, η αγωνία για την παραμονή στην Ευρωζώνη, η αίσθηση ότι η χώρα βρέθηκε πραγματικά στο χείλος του γκρεμού. Ομως, η Ιστορία δεν αρχίζει μόνο όταν οι πρωταγωνιστές έχουν εκλείψει και τα πάθη έχουν καταλαγιάσει. Αρχίζει νωρίτερα, όταν οι μαρτυρίες είναι ακόμη ζωντανές, όταν τα ίχνη των γεγονότων είναι ακόμη ορατά.
Σε κοινωνίες που συχνά καταναλώνουν το παρελθόν είτε ως νοσταλγία είτε ως πολιτικό σύνθημα, η σοβαρή δημόσια ιστορία μπορεί να λειτουργήσει παιδευτικά.
Υπό αυτήν την έννοια, ένα ντοκιμαντέρ δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο μιας ιστορικής μονογραφίας. Δεν διαθέτει ούτε τον ίδιο χώρο, ούτε τον ίδιο ρυθμό, ούτε την ίδια μεθοδολογική υπομονή. Διαθέτει όμως κάτι άλλο: τη δυνατότητα να μετατρέψει ένα σύνθετο ιστορικό ζήτημα σε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Σε κοινωνίες που συχνά καταναλώνουν το παρελθόν είτε ως νοσταλγία είτε ως πολιτικό σύνθημα, η σοβαρή δημόσια ιστορία μπορεί να λειτουργήσει παιδευτικά. Μπορεί να υπενθυμίσει ότι τα γεγονότα δεν είναι μονοσήμαντα, ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσα σε συνθήκες πίεσης, ότι οι διαδικασίες, οι διεθνείς συσχετισμοί, οι προσωπικές στρατηγικές και οι ιδεολογικές βεβαιότητες συμπλέκονται με τρόπους που σπανίως χωρούν στα απλοϊκά σχήματα της οπαδικής αντιπαράθεσης.
Η αξία του βρίσκεται λιγότερο στο αν προσφέρει την τελική απάντηση για το τι συνέβη το 2015 και περισσότερο στο ότι μας υποχρεώνει να στρέψουμε ξανά τη σκέψη σε εκείνη την περίοδο. Να αναρωτηθούμε όχι μόνον τι συνέβη, αλλά και πώς φτάσαμε εκεί. Οχι μόνον ποιοι πρωταγωνίστησαν, αλλά και ποιοι θεσμικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί επέτρεψαν στην κρίση να λάβει τέτοια ένταση. Οχι μόνον ποιοι δικαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν, αλλά και τι διδάχθηκε –ή δεν διδάχθηκε– η χώρα από εκείνη την εμπειρία. Η τηλεοπτική δημόσια ιστορία είναι χρήσιμη όταν δεν συγχέει την αμεσότητα με την αλήθεια, όταν δεν κολακεύει τις βεβαιότητες του θεατή, αλλά τον αναγκάζει να δει την αμφισημία των γεγονότων. Αλλά και όταν θυμίζει ότι η πρόσφατη Ιστορία, ακριβώς επειδή είναι ακόμη νωπή, χρειάζεται περισσότερη και όχι λιγότερη προσοχή.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

