Τον χρόνο μπορεί να μην τον ξέρουμε – αν θα είναι Οκτώβριος του 2026 ή Απρίλιος του 2027. Ξέρουμε όμως πώς έχει σχηματιστεί το πεδίο της αντιπαράθεσης για τις επόμενες εκλογές.

Ξέρουμε ότι έχει σχηματιστεί μια πολύχρωμη αντιπολίτευση, από την οποία κανένα κόμμα δεν μοιάζει ικανό να ξεχωρίσει στη διεκδίκηση της εξουσίας. Ο στόχος είναι η δεύτερη θέση ώστε, σε μια επαναληπτική κάλπη, ο δεύτερος να απορροφήσει όσες ψήφους μπορεί από τη μεγάλη δεξαμενή της συσσωρευμένης αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας.
Ξέρουμε ότι υπάρχει κι ένας κλάδος αντιπολίτευσης που δεν είναι ακόμη συγκροτημένος σε κόμματα, αλλά ήδη λειτουργεί αντιπολιτευτικά, ανεξάρτητα από τη φανέλα που φοράει στο γήπεδο. Τον κλάδο αυτό εκπροσωπούν δύο πρώην πρωθυπουργοί της Ν.Δ. και ένας πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, όχι με ίδια κίνητρα, αλλά με κοινό σκοπό. Ο στόχος είναι να βρεθεί η Ν.Δ. στην κάλπη τόσο χαμηλά ώστε να εξωθηθεί σε εσπευσμένη αλλαγή ηγεσίας. Ετσι θα ανοίξει ο δρόμος για επανενώσεις και συγκλίσεις, όπου τα παλαιά πρόσωπα ξαναβρίσκουν ρόλο, είτε ως ρυθμιστές είτε ως παράκλητοι σε υβριδικά σχήματα.
Ο στόχος είναι να πείσει η Ν.Δ. ότι η κάλπη δεν είναι «προκριματική».
Λίγους ή πολλούς μήνες πριν από τις εκλογές, ξέρουμε ότι όλες οι αντιπολιτεύσεις, δεδηλωμένες και συμπαραδηλωμένες, συμπίπτουν στην εκτίμηση ότι αφού δεν γίνεται ο Μητσοτάκης να χάσει, στόχος είναι να μην κερδίσει. Αφού ύστερα από δύο τετραετίες θα εξακολουθήσει να είναι πρώτος με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, πρέπει η προεξοφλημένη επικράτησή του να μετρήσει σαν ήττα. Πρέπει η αποσυσπείρωση της Ν.Δ. να είναι τέτοια ώστε η πρωτιά να μπορεί να εκληφθεί σαν απονομιμοποίηση. Γι’ αυτό και το ρεύμα της χρήσιμης ψήφου στην πρώτη κάλπη πρέπει να ανακοπεί. Να πειστούν οι ψηφοφόροι που επιλέγουν με πρώτο κριτήριο την κυβερνησιμότητα ότι στις «πρώτες» κάλπες δεν ψηφίζουμε για κυβέρνηση, γιατί θα ακολουθήσουν και δεύτερες. Στις πρώτες κάλπες απλώς εκφραζόμαστε πολιτικά, χωρίς να χρειάζεται να πιεστούμε στο παραβάν.
Η προσπάθεια που ξεκίνησε από την Τετάρτη στην Πολιτική Επιτροπή της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι επικεντρωμένη ακριβώς σε αυτό: να πείσει ότι η κάλπη είναι μία. Δεν είναι ούτε δημοσκόπηση, ούτε ευρωεκλογές, ούτε προκριματικός γύρος. Είναι κανονική ετυμηγορία για τη διακυβέρνηση. Είναι μια στάθμιση που δεν μπορεί παρά να γίνει ανάμεσα στις διαθέσιμες στο παραβάν επιλογές. Και όχι με ματιές στη γυάλινη σφαίρα όπου ηγετικά απωθημένα και απομαχικές μνησικακίες προβάλλονται ως μετεκλογικές φαντασιώσεις.
Ο Μητσοτάκης δεν έχει αντίπαλο. Εχει αντιπάλους, πολλούς, φανερούς και σκιώδεις, που μπορούν να αρθρώσουν αυτό που δεν θέλουν – τον Μητσοτάκη. Αλλά δεν θα έβρισκαν κοινή γλώσσα αν τους ρωτούσες ποιος και τι θα ήθελαν να διαδεχθεί τον αποδιοπομπαίο.
Από τη μια, ο Μητσοτάκης. Και από την άλλη, μια ρευστή, απρόσωπη οντότητα: το «Αντιμητσοτάκης».

