Η γιορτή ξεκινάει στην Πόλη του Μεξικού. Οποιος ήθελε να μπει στο γήπεδο για να δει το πρώτο παιχνίδι μπορεί να έβρισκε την Τετάρτη εισιτήριο στην πλατφόρμα μεταπώλησης της FIFA: Το πιο φθηνό κόστιζε 4.219 ευρώ.

Είναι ποδόσφαιρο αυτό; Μπορεί το άθλημα που υποτίθεται ότι ρίζωσε στα αστικά κέντρα της πρώιμης βιομηχανικής επανάστασης, επειδή οι μάζες που μετακινούνταν από την ύπαιθρο για να δουλέψουν στις νέες μονάδες παραγωγής είχαν ανάγκη να καλλιεργήσουν νέες συλλογικότητες, να έχει γίνει θέαμα μόνο για τις ελίτ; Μπορεί οι πολλοί που του δίνουν την ψυχή του και την αίγλη του, να το παρακολουθούν μόνο μέσα από τις οθόνες;
Ο Τζιάνι Ινφαντίνο θα κάγχαζε με αυτές τις αφελείς, αρχαιοσοσιαλιστικές ενστάσεις. Ρωσία – Κατάρ – τραμπική Αμερική. Τα «δικά του» Μουντιάλ σχηματίζουν στον χάρτη μια περιοδεία στις εστίες του νέου αυταρχισμού. Μπορεί να είναι τυχαίο. Μπορεί και όχι. Οταν ο Ινφαντίνο, πριν από δέκα χρόνια στη Ζυρίχη, διεκδικούσε την προεδρία της FIFA, δεν είχε κρυφτεί. Είχε υποσχεθεί στους συνέδρους ότι θα πολλαπλασίαζε το «μέρισμα» στα μέλη της Ομοσπονδίας. «Οταν μιλάω για νούμερα, ξέρω τι λέω. Τα λεφτά της FIFA είναι δικά σας λεφτά».
Με το ένα μάτι στο γήπεδο και το άλλο στην «παράγκα».
Ο Ινφαντίνο –δηλαδή η διεθνής οργάνωση που διευθύνει επί μία δεκαετία– προβλέπεται ότι θα διαχειριστεί μέσα στον επόμενο τετραετή κύκλο εργασιών της 14 δισ. δολάρια. Τα 2,7 δισ. θα πάνε στις εθνικές ομοσπονδίες (απόδειξη ότι τήρησε την προεκλογική του υπόσχεση). Πάνω από 2,5 δισ. θα είναι τα έσοδα μόνο από τα εισιτήρια του φετινού Μουντιάλ.
Αυτή η γκρίζα λογιστική, σε συνδυασμό με τη δημόσια ανταλλαγή σιελορροϊκών κολακειών –και επικερδών συναλλαγών– μεταξύ του Ινφαντίνο και του Τραμπ, μπορεί να ασκήσει μεγάλη ξενερωτική επίδραση. Ο ποδοσφαιρόφιλος πρέπει να απωθήσει τη μηχανή πίσω από την παράσταση, για να μπορέσει να απολαύσει το θέαμα χωρίς ηθικοπολιτικούς περισπασμούς. Εκτός αν η συνείδησή του είναι τόσο επιδέξια, που να μπορεί να κάνει και τα δύο: Με το ένα μάτι να χαίρεται το παιχνίδι στην τηλεόραση και με το άλλο να διατηρεί την επίγνωση του παρασκηνίου – των χρυσοκάνθαρων και των ολιγαρχών που εμπορεύονται το κοσμικό όπιο των λαών.
Κι όμως, ακόμη και πίσω από τον κυνικό υπερπαράγοντα της διεθνούς παράγκας κρύβεται μια ωραία ποδοσφαιρική ιστορία – που τη διηγείται σε ένα εκτενές πορτρέτο ο New Yorker.
Οταν η Ιταλία πήρε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1982, ο Ινφαντίνο ήταν ο δωδεκάχρονος γιος ενός ζευγαριού Ιταλών μεταναστών στον ελβετικό Νότο. Ο πατέρας δούλευε νυχτερινές βάρδιες στα τρένα. Η μητέρα κρατούσε το κυλικείο στον σταθμό. Το βράδυ μιας από τις νίκες της Ιταλίας (να ήταν άραγε το βράδυ που ο Πάολο Ρόσι έβαλε τρία στη Βραζιλία;) η μητέρα Ινφαντίνο πήρε ένα κόκκινο, ένα λευκό και ένα πράσινο πανί. Εραψε μόνη της μια σημαία. Μια χειροποίητη περηφάνια.

