Παραείναι μικρό το 100% για να χωρέσει τα όνειρα εξουσίας όχι ενός και δύο, αλλά πεντέξι κομμάτων. Παραείναι μικρό το όλον, η πλήρης πίτα, για να καλύψει τις φιλοδοξίες (αν όχι βεβαιότητες) πρωτιάς ισάριθμων αρχηγών. Κάνουν ό,τι μπορούν οι δημοσκόποι, ανεβοκατεβάζοντας ποσοστά με συνοπτικές διαδικασίες, πριν προλάβει η κοινωνία να εξετάσει, να συγκρίνει, να προκρίνει ή να απορρίψει, αλλά το πεισματάρικο 100% δεν λέει να γίνει 120%.
Οι διαμορφωτοερευνητές της Κοινής Γνώμης βιάζονται να ανταποκριθούν στην έκτακτη ζήτηση που προκάλεσε η εμφάνιση δύο νέων κομμάτων. Της θολής Ελπίδας για τη Δημοκρατία της κ. Μ. Καρυστιανού και της θολωτικής ΕΛΑΣ, όπως βάφτισε το προσωπικό του σκάφος ο κ. Α. Τσίπρας, σαν αδηφάγος φεουδάρχης μνήμης. Τη ζήτηση αυξάνει και η αναμενόμενη καθέλκυση ενός επιπλέον ιδιόκτητου κομματικού σκαριού, υπό τον κ. Α. Σαμαρά. Σαν αρχηγοκεντρικοί ή και ιδιωτικοί μηχανισμοί δουλεύουν βέβαια όλα τα κόμματα, παραδοσιακά και καινοφανή. Στο πολιτικό πεδίο συμβαίνει ό,τι περίπου και στο επαγγελματικά αθλητικό, με τις «ιστορικές ομάδες» και τις «ιερές φανέλες» να μειώνονται σε Ι.Χ. μπλουζάκια.
Στον τόπο μας δεν έπαψαν ποτέ οι χωματουργικές εργασίες· «χώμα! περισσότερο χώμα!», εκλιπαρούν οι πόλεις, τα νησιά, και τα βουνά μας ακόμα, κι εμείς απαντάμε με τσιμέντο, περισσότερο τσιμέντο, ένεκα η ανάπτυξη, κι ο τουρισμός, και η «ευμάρεια». Και ποτέ επίσης δεν έπαψαν οι κομματουργικές εργασίες. Στην πολιτική δεν υπάρχουν μέθοδοι αντισύλληψης, δεύτερης σκέψης δηλαδή, επιφύλαξης. Διαθέτουμε έτσι αρχηγούς, πραγματικούς ή κατά φαντασίωση, που προλαβαίνουν να αποκτήσουν δυο-τρία κόμματα-σφραγίδες, ενόσω βολτάρουν ανάμεσα στα υπάρχοντα κόμματα – παράδειγμα (ιλαρό) ο κ. Α. Λοβέρδος. Δεν είναι όμως αυτός ο μοναδικός που διεκδίκησε την προεδρία ενός κόμματος, σαν «φανατικός πιστός του», και, ηττηθείς, μετακόμισε τη μεθεπομένη, τάχα «μεταγραφή αεροδρομίου», σε κόμμα σφόδρα αντίθετο των δηλωμένων (αλλ’ όχι και γι’ αυτό πραγματικών) πεποιθήσεών του. Για να το «υπηρετήσει» και αυτό σαν «φανατικός πιστός του».
Δύο σταθερές έχει το «επώνυμο» πολιτικό μας προσωπικό: τα πολλά σόγια (τους κληρονόμους πελατειακού δικτύου, άρα υπουργήσιμους) και τους πάμπολλους περιοδεύοντες πολιτευόμενους, που αλλάζουν τη «βαριά φανέλα» σαν θερινό μπλουζάκι. Κι ύστερα, οι βράχοι αυτοί οι ακλόνητοι, χλευάζουν τους ψηφοφόρους σαν ασταθείς, «κυμαινόμενους», αναποφάσιστους και οπορτουνιστές.

