Τα κόμματα, τα νομίσματα και τα κομμάτια

5' 6" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μπορεί ν’ ακούγεται δογματικό, το πιο πιθανό πάντως είναι ότι καμία λέξη δεν έχει μία και μόνο σημασία, και καμία επίσης δεν έμεινε παγωμένη στο πέρασμα του χρόνου. Αλλες λέξεις αποκτούν νέο νόημα κι άλλες χάνουν στη διαδρομή κάποια ή κάποιες από τις αρχικές σημασίες τους, γιατί οι γλώσσες εξελίσσονται και ανανεώνονται, όσο μιλιούνται και γράφονται. Επινοούν και δανείζονται, ειδάλλως υποχωρούν και σωπαίνουν. 

Η νεοελληνική, μία από τις φάσεις της καθολικής ελληνικής, κρατάει πολλά από την αρχαία, αλλά και επίσης πολλά τις διαφοροποιούν. Δεν είναι ίδιες κι απαράλλακτες, όπως ισχυρίζονται οι κάπηλοι της αντιεπιστημονικής σωβινιστικής φιλαυτίας. Και η νεότερη γλώσσα δεν είναι παρακατιανό αποπαίδι της παλαιάς, «φτωχή» και «χωρίς λάμψη», όπως διατείνονται οι νοσταλγοί της δήθεν «πραγματικής και γνήσιας ελληνικής».

Πραγματική, πραγματικότατη, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να συνεννοηθούμε, να μαλώσουμε, να φιλιώσουμε, να πείσουμε, να ερωτευτούμε, να μοιρολογήσουμε, να δοκιμαστούμε στη λογοτεχνία. Γιατί είναι ζωντανή. Η άλλη, η αρχαία, το θέλουμε – δεν το θέλουμε, συγκαταλέγεται στις νεκρές, ας μη μας τρομάζει η λέξη. Κείται. Σε παπύρους, σε περγαμηνές, στο χαρτί, στο γυαλί. Οριστική και τετελεσμένη, παρά τα λιγοστά ευρήματα που φέρνουν σποραδικά στο φως οι νέες τεχνολογίες, διαβάζοντας παλίμψηστα και σακατεμένα πρωτότυπα. 

Οσο λυπηρό κι αν είναι, διευρύνεται συνεχώς, γενιά τη γενιά, η απόσταση που μας χωρίζει από τα λεγόμενα «απολιθώματα», από λόγιες στερεοτυπικές εκφράσεις, ακόμα και τις απλούστερες. Σαν καλοί χριστιανοί εκκλησιαζόμαστε αρκετά συχνά, περίπου όσο οι ευσεβείς πολιτευόμενοι όταν ζυγώνουν εκλογές, εξακολουθούμε ωστόσο να μην κατανοούμε απολύτως τα Ευαγγέλια, τον Απόστολο και τα τροπάρια και να διολισθαίνουμε σε λάθη ευτράπελα, προϊόντα σύγχυσης. Σαν εκείνα που αποθησαύρισε κάποτε ο Ανδρέας Λασκαράτος.

«Χώρα ποιητών» είμαστε, έτσι λένε ειρωνικά όσοι δεν διάβασαν ποτέ ούτε τα στιχάκια των ημερολογίων. Ισως γι’ αυτό λοιπόν πέφτουμε όλο και πιο συχνά στη φράση «η ποιητική αδεία» («φταίει η ποιητική αδεία» κτλ.), με παροξύτονη δηλαδή την ονομαστική της λέξης: «η αδεία». Ευεξήγητο. Η δοτική στο κλισέ «ποιητική αδεία» που κληρονομήσαμε από τους παλαιότερους δεν μας λέει πολλά, αν μας λέει τίποτε· δεν το εισπράττουμε στη δοτική του αλλά σαν να είναι ονομαστική. Και παρατονίζουμε. Αντιφιλολογική αδεία. Με υπογεγραμμένη. 

Είμαστε όμως και μπασκετοχώρα, για να ’χουμε έτσι έναν παραπάνω λόγο να σφαζόμαστε αναίτια και ανόητα. Χρησιμοποιούμε λοιπόν πολύ συχνά τον όρο «εντός παιδιάς». Σίγουρα κάτι θα έχουν στο μυαλό τους οι σπορτκάστερ, στις άμεσες προφορικές περιγραφές τους, όταν τον λένε, όσοι όμως γράφουν «εντός πεδιάς», με το έψιλον της πεδιάδας, δεν έχουν απολύτως τίποτε κατά νουν, τίποτε το πραγματικό, το λογικό (εκτός πια και τους έλκει αναπόδραστα το «πεδίο», το αγγλικό «field» του ζεύγoυς «field goal», του όρου που κατονομάζει τα δίποντα και τα τρίποντα, όχι όμως τις βολές). Ενας σκέτος ήχος, ορφανός νοήματος, είναι το ζευγάρι των λέξεων στο εσωτερικό αυτί τους, το οποίο, από λήθαργο, ραθυμία ή βιασύνη, αδυνατεί να μεταφράσει σε έλλογη γραπτή μορφή τον εξωτερικό ήχο. 

Αν είχε σωθεί η προφορά των αρχαίων, ή αν συλλαβίζαμε ερασμιακά, ίσως και να το γλιτώναμε το λάθος αυτό, που λόγω της επίμονης συχνότητάς του μου έχει γίνει εμμονή, γράφω και ξαναγράφω γι’ αυτό. Και να μην το θυμόμουν, μού το θύμισε ο γκουγκλοψάχτης. Πληκτρολόγησα «εντός παιδιάς» και το διαδίκτυο ανέσυρε, πρώτο εύρημα παρακαλώ, ένα σχόλιό μου στην ημερήσια «Κ», της 22ας Φεβρουαρίου 2023, με τίτλο «Ορθογραφία εκτός παιδιάς», και λίγο πιο κάτω ένα πολύ παλιότερο κείμενό μου, του 2010. 

«Επισκόπηση AI. Πιθανότατα αναφέρεστε στη φράση “εντός παιδιάς” (με -ει- και όχι “πεδιάς”)», διαβάζω στην οθόνη. Πού στα κομμάτια ανακάλυψε αυτό το «-ει-» η Τεχνητή Νοημοσύνη; Σε ποια σύγχυση έπεσε η φωτεινή παντογνώστρια; Ο θεός κι η ψυχή της – που δεν έχει. Προς το παρόν. Να πιάσω κουβεντολόι με την ακοίμητη Τίνη, να τη ρωτήσω πώς και γιατί, να την ευχαριστήσω κιόλας για τη δωρεάν ψηφιακή αθανασία, ούτε ξέρω ούτε θέλω. Προς το παρόν; 

Γυρνάμε στα πάθη των λέξεων. Παράδειγμα σημασιολογικής αλλαγής ή προσαρμογής, ίσως από τα χαρακτηριστικότερα, αποτελεί ο όρος «κόμμα». Τον χρησιμοποιούμε πολύ συχνά, στον προφορικό και τον δημόσιο λόγο μας, με τρεις τουλάχιστον σημασίες. Να ’ναι καλά τα συμφραζόμενα, μας βοηθούν να καταλαβαίνουμε κάθε φορά, αμέσως, τι θέλει να πει ο χρήστης. Το «κόμμα», λοιπόν, στην καθημερινότητά μας έχει τη σημασία: α) της πολιτικής παράταξης, της φατρίας, της ένωσης ανθρώπων με κοινές (περίπου, για να λέμε την αλήθεια) αντιλήψεις· β) της υποστιγμής, όταν αναφερόμαστε στη στίξη· γ), της υποδιαστολής, όταν μιλάμε για δεκαδικούς αριθμούς.

Στα λεξικά της όλης ελληνικής γλώσσας, και ίσως μόνον εκεί, θα βρούμε κι άλλες σημασίες του κόμματος. Στη μουσική δηλώνει το ελάχιστο διάστημα μεταξύ δύο φθόγγων· στη γραμματική το μικρό μέρος περιόδου, το κώλον· στη ναυτική ορολογία «εκάτερον των άκρων εις α περατούται κατά το μήκος αυτής πάσα τετραγωνισθείσα σανίς»· στην ιατρική τον μώλωπα· στην αγροτική ζωή «το κατά το αλώνισμα του σίτου απολειπόμενον άχυρον» (τα εντός εισαγωγικών ερμηνεύματα αντλούνται από το Λεξικό Δημητράκου). Να ζει άραγε ακόμα κάποια από αυτές τις σημασίες; Σίγουρα πάντως δεν επέζησε το έξυπνο παρατσούκλι «κομματίας» που επινόησε ο Λήμνιος σοφιστής Φιλόστρατος, για να προσδιορίσει τον ρήτορα που χρησιμοποιεί απανωτές βραχείες προτάσεις.

Το σχετικά παράδοξο είναι ότι έχουν σιγήσει οι δύο πρωταρχικές σημασίες του «κόμματος». Το πρώτο που σήμαινε ήταν το χάραγμα νομίσματος αλλά και το ίδιο το νόμισμα. Γι’ αυτό και οι αρχαίοι έλεγαν για τους φαύλους πως είναι «πονηρού κόμματος», εκ μεταφοράς των κίβδηλων νομισμάτων. Κόμμα ίσον χρήμα, χονδρικώς – κι εδώ ακούεται οξύς ο σαρκασμός της κυρα-Γλώσσας. Χρήμα χορηγών, φανερών (όπως λ.χ. στις ΗΠΑ) ή αφανών (όπως λ.χ. εδώ). Χρήμα δηλωμένο, αδήλωτο, ποθενεσχεσίτικα καλυμμένο και «αδιευκρίνιστο». Χρήμα δανεικό από τράπεζες που, θαύμα μέγα, δεν αποπληρώνεται ποτέ, ακινδύνως. Χρήμα κρατικό, που το διαχειρίζονται τα κόμματα εξουσίας, παγίως, δίχως διαφάνεια και λογοδοσία, ημετεροκρατικά και πελατειακά.

Η δεύτερη ιδρυτική σημασία του «κόμματος»; Μα είναι αυτή που κυρίως ξεχάσαμε. «Κομμάτι», αυτό σημαίνει το «κόμμα», ως παράγωγο του ρήματος «κόπτω». Μα ποιο κόμμα, ποια φατρία θα αποδεχθεί ποτέ ότι είναι απλώς ένα μερίδιο του συνόλου, και ότι δεν ταυτίζεται, εξ ορισμού, με το όλον, το πλήρες, το ακέραιο; Με τη χώρα, το έθνος, το γένος; Ολα τους μιλούν στο όνομα του λαού σαν να ’ναι κτήμα τους σύμπας ο λαός και σαν να τον εκφράζουν κατ’ αποκλειστικότητα. Συνωστίζονται «οι μοναδικοί και ανεπανάληπτοι», οι «αυθεντικοί» και «υπέροχοι». Και ο συνωστισμός σπάνια βγάζει σε καλό.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT