Ποιος φοβάται τις συνεργασίες;

3' 50" χρόνος ανάγνωσης

Η ίδρυση των κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού έχουν ήδη αυξήσει την εκλογική μεταβλητότητα. Οι πρώτες δημοσκοπικές αποτυπώσεις δείχνουν αυξημένες μετακινήσεις και σκληρό ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση: η ΕΛΑΣ προηγείται του ΠΑΣΟΚ, ενώ κοντά του κινείται και το κόμμα Καρυστιανού. Το θέμα, ασφαλώς, δεν έχει κλείσει ούτε έχει κριθεί. Η κούρσα μόλις ξεκίνησε.

Ωστόσο, στα πρώτα δεδομένα το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως το κόμμα που απειλείται περισσότερο: πιέζεται από ένα νέο φορέα που διεκδικεί χώρο στα αριστερά και στην Κεντροαριστερά, ενώ ταυτόχρονα καλείται να πείσει ότι αποτελεί την αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον επανέρχεται το ερώτημα της στρατηγικής του: Πρέπει να απαντήσει προκαταβολικά εάν θα συνεργαστεί ή να συνεχίσει να το προσπερνάει; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική: Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κανένα όφελος συμμετοχής σε αυτή τη συζήτηση στην παρούσα συγκυρία.

Τα κόμματα είναι ορθολογικοί παίκτες. Προεκλογικά επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν την εκλογική τους δύναμη, όχι μόνο για να αυξήσουν την κοινωνική τους επιρροή, αλλά και για να προσέλθουν ισχυρότερα σε οποιαδήποτε μετεκλογική διαπραγμάτευση. Αν ανοίξουν από νωρίς τα χαρτιά τους, διατρέχουν διπλό κίνδυνο: να μειώσουν το κίνητρο των ψηφοφόρων να τα επιλέξουν και να μεταβιβάσουν διαπραγματευτική ισχύ στον πιθανό εταίρο. Η αταλάντευτη στάση προεκλογικά δεν σημαίνει, βεβαίως, μετεκλογική ακαμψία. Αλλο η στρατηγική πριν από την κάλπη και άλλο η διαχείριση των συσχετισμών μετά από αυτήν.

Η συζήτηση περί συγκλίσεων θα φουντώνει όσο κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μοιάζει ικανό να διεκδικήσει αυτόνομα την πρώτη θέση, όσο συνεχίζεται ο κατακερματισμός, όσο υπάρχει αίσθηση απουσίας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης και όσο υπάρχει ανησυχία ακυβερνησίας. Στην πράξη, όμως, το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Προσκρούει κατ’ αρχάς σε πρακτικά ζητήματα που συχνά αποδεικνύονται τα πλέον δύσκολα: στον εκλογικό νόμο που δεν επιβραβεύει συνασπισμούς κομμάτων με bonus εδρών, στη συγκρότηση ψηφοδελτίων, στην αναλογία των υποψηφίων, στο ποιος θα ηγηθεί και στο αν οι πρώτες εκλογές θα μετατραπούν σε απλή καταγραφή δυνάμεων ενόψει μιας μελλοντικής συγκόλλησης.

Υπάρχει, επίσης, το πολιτικό τραύμα των προηγούμενων συνεργασιών. Κάθε συνεργασία πρέπει να κρίνεται στο πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο της εποχής της. Παρ’ όλα αυτά, για το ΠΑΣΟΚ η μνημονιακή συμπόρευση με τη Ν.Δ. συνδέθηκε με εκλογική εξαέρωση. Ο ΛΑΟΣ, η ΔΗΜΑΡ και οι ΑΝΕΛ εξαφανίστηκαν μετά τις δικές τους κυβερνητικές συμμετοχές. Ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ του 2023 δεν φάνηκε να ευνοείται από την προεκλογική στρατηγική της προοδευτικής διακυβέρνησης, παρά την απλή αναλογική. Η εμπειρία έχει εγγραφεί στο γενετικό υλικό των κομμάτων: η συμμετοχή σε συνεργασία, ιδίως με ισχυρότερο εταίρο, βιώνεται ως ηλεκτρική καρέκλα.

Για το ΠΑΣΟΚ, όμως, το ζήτημα είναι και θέμα συσπείρωσης. Οι ψηφοφόροι του δεν απορρίπτουν την κυβερνητική συμμετοχή· την επιθυμούν κυρίως υπό όρους ισχύος. Στην έρευνα της Pulse της 2.6.2026, το 21% των ψηφοφόρων του θέλει συμμετοχή μόνο «για το ίδιο, αυτοδύναμο», το 55% δέχεται συνεργασία μόνο εάν είναι ο ισχυρότερος εταίρος και μόλις το 20% ακόμη κι αν δεν είναι. Με άλλα λόγια, η βάση του ΠΑΣΟΚ είναι περισσότερο προσανατολισμένη στην πολιτική αυτονομία και λιγότερο διατεθειμένη να δει το κόμμα ως συμπληρωματικό εταίρο. Το εύρημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με τους ψηφοφόρους της ΕΛΑΣ, οι οποίοι εμφανίζονται σαφώς πιο πρόθυμοι να αποδεχθούν κυβερνητικές συνεργασίες, ακόμη και χωρίς πρωταγωνιστικό ρόλο του κόμματός τους.

Η πρόωρη δέσμευση σε σενάρια συνεργασίας θα ακύρωνε το μήνυμα της αυτόνομης διεκδίκησης. Θα σκέπαζε το πολιτικό πρόγραμμα, θα έδινε στους ανταγωνιστές του τη δυνατότητα να το εμφανίσουν ως συμπλήρωμα άλλων και θα τρόμαζε ένα τμήμα του σημερινού ή δυνητικού ακροατηρίου του που θέλει πολιτική σταθερότητα, αποστρέφεται τις ακρότητες και εμφανίζει σημεία σύγκλισης με τον μετριοπαθή χώρο. Αν το ΠΑΣΟΚ αποξενωθεί από αυτό το κοινό, κινδυνεύει να χάσει προς τη Ν.Δ. μια κρίσιμη εκλογική μάζα χωρίς να κερδίσει αντίστοιχα το πιο ριζοσπαστικοποιημένο ακροατήριο, όπου άλλα κόμματα παίζουν σε πιο οικείο γήπεδο.

Θα ήταν και πολιτικά ανακόλουθο. Καλώς ή κακώς –δεν είναι αυτό το αντικείμενο εδώ– το ΠΑΣΟΚ πήρε συνεδριακή απόφαση για αυτόνομη πορεία. Δεν μπορεί, λίγες εβδομάδες ή μήνες μετά, να αποδομεί το ίδιο τη γραμμή του. Το αυτονόητο είναι να διεκδικήσει το μέγιστο δυνατό ποσοστό και να απαντήσει στα μετεκλογικά ερωτήματα όταν αυτά αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο.

Αντί, λοιπόν, να αναλώνεται στη συζήτηση περί συμμαχιών, το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται να αποκτήσει έλεγχο της ατζέντας και να βελτιώσει τη δική του εικόνα. Να θέσει εκείνο τα διλήμματα της επόμενης κάλπης, να ξεφύγει από την προσωποποιημένη αντιπαράθεση, να προβάλει καθαρά τις θέσεις του και να αναδείξει τα ικανά στελέχη του. Δηλαδή, να πείσει πρώτα γιατί αξίζει να ενισχυθεί το ίδιο. Αν το καταφέρει, οι πιθανές συγκλίσεις θα συζητηθούν από ισχυρότερη θέση. Αν όχι, θα κινείται σε ρυθμό που ορίζουν οι αντίπαλοί του και θα χάσει εντελώς το στίγμα του.

*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT