Διάφοροι πολιτικοί επιστήμονες έχουν καταπιαστεί κατά καιρούς με αυτό που φαντάζει ως ελληνικό παράδοξο. Το 1974 το ΠΑΣΟΚ πήρε 13,6%. Επτά χρόνια αργότερα, το 1981, πήρε 48%. Η συνηθισμένη ανάγνωση λέει ότι ένα κόμμα μεγαλώνει όταν κινείται προς το Κέντρο, εκεί όπου βρίσκεται ο μέσος ψηφοφόρος. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε το αντίθετο. Δεν πήγε να φτιάξει μια σοσιαλδημοκρατία ισπανικού ή γαλλικού τύπου· κινήθηκε προς τα αριστερά, χτίζοντας ένα ριζοσπαστικό προφίλ που άγγιζε τις παρυφές του ΚΚΕ. Στα μάτια μου, η πιο πειστική εξήγηση, όσο λειτουργιστική και αν ακούγεται, είναι ότι μια τέτοια στρατηγική εξυπηρετούσε καλύτερα τη διαμόρφωση του διπόλου Δεξιάς/αντι-Δεξιάς – μιας διαιρετικής τομής πάνω στην οποία το ΠΑΣΟΚ πάτησε για να κυριαρχήσει πολιτικά τη δεκαετία του 1980.
Ενα σχεδόν αντίστροφο παράδοξο διαγράφεται σήμερα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Θα περίμενε κανείς ότι ο πολιτικός που ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος τα τελευταία χρόνια με τη ριζοσπαστική Αριστερά θα αναζητούσε έμπνευση στα σημερινά διεθνή πρότυπά της – από τον Ζοράν Μαμντάνι μέχρι τα νέα προοδευτικά κινήματα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Μολονότι έχει εκφράσει δημοσίως τη στήριξη και τον θαυμασμό του στον νέο δήμαρχο της Νέας Υόρκης, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να αφήσει στο περιθώριο τα σύμβολα της σύγχρονης κινηματικής Αριστεράς και να επενδύσει σε αναφορές που παραπέμπουν ταυτόχρονα στην ιστορική συνέχεια της ελληνικής Αριστεράς και σε μια πιο θεσμική, κεντροαριστερή εκδοχή της. Τι εξηγεί αυτή την απόφαση;
Βρίσκω τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ανθρώπινος. Γνωρίζουμε από την έρευνα ότι οι πολιτικές μας στάσεις διαμορφώνονται κυρίως στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης και έκτοτε σταθεροποιούνται· ό,τι ζούμε εκείνη την περίοδο μας ορίζει πολιτικά για καιρό. Συνήθως σκεφτόμαστε αυτόν τον μηχανισμό για τους απλούς πολίτες. Ισχύει όμως εξίσου και για τις ελίτ – και ο Τσίπρας είναι ένα καλό παράδειγμα. Η δική του αριστερή ταυτότητα σφυρηλατήθηκε μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, όχι μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Του είναι, επομένως, δύσκολο να εγκαταλείψει αυτό που ξέρει για χάρη εκείνου που μοιάζει σήμερα με τη νέα μόδα που ταξιδεύει, με τη συνηθισμένη καθυστέρηση, από τη Νέα Υόρκη προς την ενδοχώρα.
Και εδώ υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία: ο Μαμντάνι δεν κέρδισε τη Νέα Υόρκη με όρους μετα-υλιστικής ατζέντας, αλλά με ρητορική πρώτης διάστασης – τα ενοίκια, τις συγκοινωνίες, την οικονομική πίεση που ασκείται στα μεσαία και λαϊκά στρώματα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, Μαμντάνι και Τσίπρας συμφωνούν όχι μόνον ως προς τις θέσεις, αλλά και ως προς τις πολιτικές προτεραιότητες: ανισότητα, κόστος ζωής, μια πόλη ή μια χώρα που να δουλεύει για τους πολλούς. Η διαφορά είναι περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική.
Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός. Ο Τσίπρας υπήρξε ήδη ο «Μαμντάνι» της ελληνικής πολιτικής: ο πολιτικός που εξέφρασε τη ριζοσπαστική διάθεση μιας εποχής και κινητοποίησε όσους αισθάνονταν αποκλεισμένοι. Με αυτήν τη στρατηγική κέρδισε εκλογές· με αυτή τη στρατηγική όμως δίχασε βαθιά. Σε αντίθεση με τον Ανδρέα του 1974, δεν χρειάζεται να χτίσει μια νέα πολιτική τομή, αλλά να αμβλύνει μια υπάρχουσα. Η κρίση παρήγαγε ένα νέο δίπολο, που εν πολλοίς έφερε το όνομά του: ΣΥΡΙΖΑ εναντίον αντι-ΣΥΡΙΖΑ. Η κεντροαριστερή στροφή είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια προσπάθεια υπέρβασής του.
Ο τρίτος λόγος είναι εκλογικός και απορρέει από τον δεύτερο. Ο Τσίπρας έχει ήδη κερδίσει όσους μπορούν να πειστούν από τον παλιό Τσίπρα. Το ζητούμενο πλέον είναι να πείσει όσους εξακολουθούν να φοβούνται τον παλιό Τσίπρα. Κάτι ανάλογο επιχείρησε ο Τόνι Μπλερ το 1994, όταν ανέλαβε να πείσει τους Βρετανούς ότι οι Εργατικοί δεν ήταν πλέον το κόμμα του Μάικλ Φουτ, εκείνο που έτρεμαν οι μεσαίες τάξεις. Eτσι και σήμερα, ο Τσίπρας φαίνεται να επιδιώκει να πείσει ότι οι εποχές της διαρκούς σύγκρουσης και των «μαχών με τη σφεντόνα» ανήκουν στο παρελθόν. Από τα δύο ακροατήρια που έχασε –εκείνους που δεν του συγχώρησαν όσα προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος κι εκείνους που δεν του συγχώρησαν όσα ακολούθησαν–, οι δεύτεροι είτε χάθηκαν για πάντα είτε έχουν ήδη επιστρέψει. Οι πρώτοι είναι το πραγματικό στοίχημα, και η κατάκτησή τους απαιτεί διαφορετικά σύμβολα από εκείνα του 2015.
Παραφράζοντας τον γνωστό στίχο του Λέοναρντ Κοέν, ο Τσίπρας ξέρει πως το Μανχάταν –ή καλύτερα το Κουίνς– το έχει εύκολο και έχει ήδη βάλει πλώρη για το Βερολίνο.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

