Ο Μιτεράν είχε πει ότι «στην πολιτική περισσότερο από φίλους χρειάζεσαι εχθρούς». Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών στη χώρα μας δείχνουν να τον επιβεβαιώνουν. Η Ν.Δ. στην πρώτη της τετραετία είχε αντίπαλο έναν ισχυρό ΣΥΡΙΖΑ, κατάφερε όμως να επανεκλεγεί αυξάνοντας μάλιστα το ποσοστό της. Αντιθέτως, μετά τις εκλογές του 2023, την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, άρχισε να συσσωρεύει ραγδαία φθορά. Η απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης λειτούργησε ως «δηλητηριασμένο δώρο» για τη Ν.Δ. Οχι μόνο επειδή δημιούργησε μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας –κάτι που δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος–, αλλά και επειδή εξέλιπε το μέτρο σύγκρισης. Οταν αυτό δεν υπάρχει, τρώγεσαι ευκολότερα με τα ρούχα σου.
Τσιτάτα του τύπου «αντίπαλός μας είναι τα προβλήματα και μόνο» ακούγονται ωραία, αλλά η εκλογική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το πώς διαχειρίζεσαι τα ζητήματα αυξημένου ενδιαφέροντος είναι αναμφίβολα η σημαντικότερη παράμετρος. Αν τα πας καλά, το τι λέει η αντιπολίτευση είναι δευτερεύον. Σε κάθε περίπτωση, όμως, στις εκλογές επιλέγεις από συγκεκριμένο «μενού» και η σύγκριση μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι αναπόφευκτη.
Υπό την έννοια αυτή, ορθώς ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί να οριοθετήσει τα διλήμματα των επόμενων εκλογών ξορκίζοντας αφορισμούς του τύπου «Μητσοτάκης ή χάος» και «προσγειώνοντάς» τα στα μέτρα των πολιτικών πρωταγωνιστών: Μητσοτάκης – Τσίπρας, Μητσοτάκης – Ανδρουλάκης, όποιος πάρει το πάνω χέρι στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Το ποιος θα είναι αυτός δεν μπορεί ακόμη να διαφανεί. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις είναι εύλογο να ευνοούν κάπως τα νέα εγχειρήματα των Τσίπρα – Καρυστιανού. Το αν αυτή η αρχική αποτύπωση αποδειχθεί στέρεη ή συγκυριακή θα φανεί στην πορεία και δεν μπορεί να προοικονομηθεί, πριν αποτυπωθεί η στρατηγική κάθε κόμματος.
Στο μπρα ντε φερ της αντιπολίτευσης κάθε ένας έχει εξάλλου τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Ο κ. Τσίπρας έχει υψηλότερο σημείο αφετηρίας, ισχυρότερη πρωθυπουργική εικόνα και επικοινωνιακό ταλέντο. Εχει όμως και μεγάλη προσωπική φθορά, κυβερνητικά πεπραγμένα που δεν αξιολογούνται θετικά και ηγείται ενός σχήματος εντελώς προσωποκεντρικού.
Ο κ. Ανδρουλάκης, από την άλλη, ηγείται ενός κόμματος με μεγαλύτερη δυνητική επιρροή, έχει ατομικά χαρακτηριστικά (που δεν αξιοποιεί, πάντως, όσο θα μπορούσε) με τα οποία μπορούν να δημιουργηθούν ταυτίσεις, δεν βαρύνεται προσωπικά με κυβερνητικές αστοχίες, διαθέτει μια πιο συγκροτημένη ομάδα στελεχών που διαχειρίστηκε με πανθομολογούμενη σοβαρότητα τις εσωτερικές διαδικασίες. Αντιμετωπίζεται, ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ ως κάτι παλιό, ενώ έχει χάσει πολύτιμο πολιτικό χρόνο την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομούσε.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι αν η αρχική τάση που δείχνει δεύτερο τον κ. Τσίπρα παγιωθεί, αυτό θα ευνοήσει τη Ν.Δ. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αβίαστη ή απλουστευτική. Ούτως ή άλλως, για τη Ν.Δ. πιο σημαντικό από το ποιος θα βρίσκεται απέναντί της είναι το πώς θα διαχειριστεί τα προβλήματα που η ίδια αντιμετωπίζει.
Εχει υψηλότερο σημείο αφετηρίας, ισχυρότερη πρωθυπουργική εικόνα και επικοινωνιακό ταλέντο. Εχει όμως και μεγάλη προσωπική φθορά.
Με την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα, πάντως, η κυβέρνηση αποκτά ξανά έναν σαφή αντίπαλο. Ο οποίος μάλιστα έχει κι αυτός συσσωρευμένη φθορά, όπως έχει πλέον και η Ν.Δ.
Αποκτά επίσης μέτρο σύγκρισης. Στην οικονομία, στην ανεργία, στη διεθνή θέση της χώρας, στη στρατιωτική ισχύ της, στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό του κράτους, σε κάθε τομέα που θεωρεί ότι υπερέχει. Εχοντας μάλιστα απέναντι κάποιον που δεν μπορεί να παρακάμψει αυτή τη σύγκριση, όπως θα συνέβαινε π.χ. αν βασικός αντίπαλος ήταν το ΠΑΣΟΚ, η σημερινή ηγετική ομάδα του οποίου ελάχιστα έχει κυβερνήσει.
Το γεγονός επίσης ότι ένα τμήμα «κεντρώων» ψηφοφόρων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αρνητικά τον κ. Τσίπρα, διευκολύνει τον κ. Μητσοτάκη να προσεγγίσει ένα ακροατήριο που μπορεί να είναι δυσαρεστημένο μαζί του, αλλά δυσκολεύεται να μετακινηθεί προς τον πρώην πρωθυπουργό. Είναι ενδεικτικό ότι οι δυνητικοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και σήμερα, είναι διχασμένοι ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα.
Υπάρχουν βεβαίως και αντεπιχειρήματα. Κατ’ αρχάς, ο κ. Τσίπρας, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές της αντιπολίτευσης, έχει ισχυρή πρωθυπουργική εικόνα. Ο κ. Μητσοτάκης εξακολουθεί να υπερέχει σε σύγκριση μαζί του, η παρουσία όμως του κ. Τσίπρα δεν προκαλεί την αμηχανία που θα προκαλούσε ένα πρόσωπο χωρίς πρωθυπουργικά χαρακτηριστικά.
Κυρίως όμως, όσο κι αν ο κ. Τσίπρας έχει δώσει λαβή για κριτική σε ζητήματα στρατηγικών επιλογών, αποδεδειγμένα έχει το ταλέντο και τις δεξιότητες να δυναμώσει ένα θετικό για εκείνον πολιτικό ρεύμα. Δυσκολεύεται στο να δημιουργήσει τις συνθήκες, μπορεί ωστόσο να τις αξιοποιεί. Στην πολιτική μας Ιστορία αυτό πολλοί το επιχείρησαν, λίγοι όμως το πέτυχαν και ο κ. Τσίπρας είναι ένας εξ αυτών.
Οι σημερινές συνθήκες, βέβαια, δεν είναι ίδιες με την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Ο δε κ. Τσίπρας δεν είναι το «άφθαρτο λεβεντόπαιδο» που έρχεται να συγκρουστεί με το εγχώριο και ξένο κατεστημένο. Κανείς όμως δεν θα πρέπει να υποτιμά κάποιον που πήρε ένα κόμμα στο 4% και το έκανε κυβέρνηση.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

