Είναι κοινό μυστικό πως η Βόρεια Ελλάδα είναι παραδοσιακά πιο συντηρητική πολιτικά από την υπόλοιπη χώρα. Και πράγματι, αν ρίξει κανείς μια ματιά στους εκλογικούς χάρτες, δύσκολα το αγνοεί. Η Νέα Δημοκρατία παραδοσιακά καταγράφει ισχυρές επιδόσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, ενώ κόμματα δεξιότερα της Ν.Δ. –από τον ΛΑΟΣ παλαιότερα μέχρι την Ελληνική Λύση και τη Νίκη σήμερα, αλλά ίσως και το κόμμα Καρυστιανού αύριο– βρίσκουν συχνά εκεί πιο πρόσφορο έδαφος. Η ένταση γύρω από ζητήματα ταυτότητας και η γενικότερη πολιτική θερμοκρασία γύρω από εθνικά θέματα, από τις αλήστου μνήμης κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, ενισχύουν αυτήν την εικόνα.
Η Βόρεια Ελλάδα ως γνωστόν διαμορφώθηκε ιστορικά διαφορετικά, με τη μεταγενέστερη ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος. Μετά το 1922, η εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία άλλαξε ριζικά τη δημογραφία της Μακεδονίας και της Θράκης. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τραύματα εκτοπισμού, αλλά και μια ισχυρή ανάγκη κοινωνικής αποκατάστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Μεσοπόλεμο ψήφιζαν κατά κανόνα βενιζελικά: στήριζαν μια παράταξη που ταυτιζόταν με την αναδιανομή γης και ένα πιο παρεμβατικό κράτος. Υστερα ήρθε η Κατοχή, με τον αφανισμό του μεγαλύτερου μέρους της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που της έδινε το κοσμοπολιτικό της στίγμα. Και μετά ο Εμφύλιος, τα σημάδια του οποίου χαράχθηκαν βαθύτερα στη Βόρεια Ελλάδα απ’ ό,τι αλλού. Χωριά καμένα, μετακινήσεις πληθυσμών, στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητας, μια επίμονη αίσθηση ότι ο κίνδυνος βρίσκεται κοντά, πολιτικές δολοφονίες στη Θεσσαλονίκη που σφράγισαν για τα καλά τη ζωή της πόλης. Η Μακεδονία βρέθηκε στην πρώτη γραμμή ενός πολέμου που γινόταν αντιληπτός όχι μόνον ως πολιτική, αλλά κυρίως ως εθνική υπόθεση, ιδίως λόγω του μακεδονικού ζητήματος και της εμπλοκής των Βαλκάνιων γειτόνων.
Πάνω σε αυτό το έδαφος οικοδομήθηκε η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη. Δεν είναι τυχαίο πως σε περιοχές όπως η Δράμα, όπου η εμπειρία της μεθορίου και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη υπήρξαν πιο έντονες, η συντηρητική ψήφος απέκτησε συχνά βαθύτερες ρίζες. Το κράτος, ο στρατός, η Εκκλησία, οι τοπικές ελίτ και οι μηχανισμοί ασφαλείας συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας πιο συντηρητικής και φοβικής πολιτικής κουλτούρας. Ο αντικομμουνισμός δεν ήταν απλώς αφηρημένη ιδεολογία, αλλά καθημερινό βίωμα. Η Βόρεια Ελλάδα έγινε συχνά προνομιακό πεδίο για αφηγήσεις που επένδυαν περισσότερο στην ασφάλεια, στην τάξη και στην εθνική ταυτότητα, ενώ η Θεσσαλονίκη έμεινε γνωστή για δεκαετίες ως «τραμπουκομάνα». Και αυτό εις βάρος του εργατικού της παρελθόντος, των χώρων βιομηχανικής εργασίας και της λαϊκής κινητικότητας.
Το σωστό ερώτημα δεν είναι αν ο Βορράς ψηφίζει αλλιώς. Αλλά ποιος Βορράς ψηφίζει κάθε φορά – και ποιος καταφέρνει να μεταφράσει πολιτικά τις ανασφάλειες, τις μνήμες και τις ελπίδες του.
Βεβαίως, υπάρχουν πολλές διαφορετικές πολιτικές γεωγραφίες. Αλλη η καπνεργατική Καβάλα με τις ισχυρές εργατικές και προσφυγικές παραδόσεις, άλλη η Πέλλα και το Κιλκίς, όπου τα ζητήματα ταυτότητας και εγκατάλειψης συχνά αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Και ακόμη και στη Θεσσαλονίκη, άλλη η πόλη των δυτικών συνοικιών και της βιομηχανικής εργασίας και άλλη η πιο εύπορη και συντηρητική ανατολική πλευρά της. Στη Μεταπολίτευση του 1974 και ιδίως το 1981, η Βόρεια Ελλάδα δεν διαφοροποιείται τόσο έντονα από την υπόλοιπη χώρα και τη σταδιακή προοδευτική στροφή της. Το ΠΑΣΟΚ κάνει ισχυρή διείσδυση και σε προσφυγικές, λαϊκές και αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας. Η εικόνα μιας «μονοκόμματης δεξιάς Βόρειας Ελλάδας» αμφισβητείται.
Οταν η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 ενίσχυσε τα φοβικά αντανακλαστικά της περιοχής, διαφαινόταν πως οι μνήμες ενός οθωμανικού, βαλκανικού και εβραϊκού παρελθόντος είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί, μετατρέποντας τον ελληνικό Βορρά σε μόνιμο προπύργιο συντηρητισμού. Παρ’ όλα αυτά, στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000 εξελέγη δήμαρχος Θεσσαλονίκης ο Γιάννης Μπουτάρης, ίσως ο πιο «λοξός» τοπικός άρχοντας που γνώρισε ποτέ μεγάλη ελληνική πόλη. Και ας προπηλακίστηκε και τραμπουκίστηκε αργότερα από τους επαγγελματίες του πατριωτισμού, τους χονδρεμπόρους της ποντιακής ταυτότητας, τους πολεμίους των Πρεσπών, αλλά και την τοπική Εκκλησία και τα φερέφωνά της. Οι έντονες αντιδράσεις που εξακολουθεί να προκαλεί το όνομά του δείχνουν ίσως ότι αυτή η σύγκρουση παραμένει ανοιχτή – συντηρώντας όμως δύο αντιθετικούς πόλους, ένας εκ των οποίων επιμένει να είναι ανοιχτόμυαλος και προοδευτικός.
Η Βόρεια Ελλάδα δεν είναι απλώς «πιο δεξιά». Είναι πιο ευαίσθητη σε πολιτικές αφηγήσεις που οργανώνονται γύρω από ζητήματα απειλής, εγκατάλειψης και ταυτότητας. Το σωστό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η Βόρεια Ελλάδα ψηφίζει αλλιώς. Αλλά ποια Βόρεια Ελλάδα ψηφίζει κάθε φορά – και ποιος καταφέρνει να μεταφράσει πολιτικά τις ανασφάλειες, τις μνήμες και τις ελπίδες της. Γιατί αν κάτι δείχνει η ιστορία της, είναι ότι ο Βορράς της χώρας λειτουργεί συχνά σαν πολιτικό βαρόμερτο και εργαστήριο: εκεί όπου οι φόβοι, οι ταυτότητες αλλά και οι προσδοκίες του αύριο εμφανίζονται κάπως νωρίτερα και αρκετά πιο έντονα, πριν γενικευθούν αργότερα.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

