Μετά και την ίδρυση των νέων κομμάτων Τσίπρα (ΕΛΑΣ) και Καρυστιανού (Ελπίδα για τη Δημοκρατία) αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές που έτσι κι αλλιώς θα είναι πρόωρες, αφού τον Ιούνιο του 2027, όταν η Ελλάδα θα αναλάβει την προεδρία της Ε.Ε., θα πρέπει η χώρα να έχει νέα κυβέρνηση.
Το μεγάλο στοίχημα της Ν.Δ. είναι να πάρει όσο το δυνατόν πιο υψηλό ποσοστό στην πρώτη κάλπη (30+% ει δυνατόν) ώστε στην επαναληπτική –ένα μήνα αργότερα– να καταφέρει το πολυπόθητο 37%-38% που θα της δίνει αυτοδυναμία.
Ο φόβος για τους κυβερνητικούς είναι μήπως πολλοί από τους ψηφοφόρους του κόμματος που είναι απογοητευμένοι από την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς, την αλαζονεία των υπουργών, τις αρνητικές επιδόσεις της κυβέρνησης στα θεσμικά (Δικαιοσύνη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ) αποφασίσουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους, γνωρίζοντας ότι έτσι κι αλλιώς υπάρχει και δεύτερη «διορθωτική» κάλπη. Ομως, αν με αυτή τη στρατηγική διαμαρτυρίας η Ν.Δ. λάβει, αίφνης, ένα ποσοστό κοντά στο 25%-27% στην πρώτη κάλπη, τότε η απόσταση από την αυτοδυναμία φαίνεται αδύνατον να καλυφθεί.
Γι’ αυτό ο ένας υπουργός μετά τον άλλο επαναλαμβάνουν με νόημα τον τελευταίο καιρό ότι μία είναι η κάλπη, η πρώτη, κι αν θέλετε να διαμαρτυρηθείτε ή να απόσχετε από τις πρώτες εκλογές, ξεχάστε το.
Σημειώνεται ότι η αποχή αποτελεί τον μεγάλο πονοκέφαλο της κυβέρνησης διότι, όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, έχει φτάσει σε επικίνδυνα ποσοστά μέσα σε μία 20ετία. Τον Μάρτιο του 2004 η αποχή ήταν 23,5%, έφτασε τον Ιούνιο του 2012 στο 37,5% και τον Ιούνιο του 2023 εκτοξεύθηκε στο 47,1%. Δηλαδή τον Μάρτιο του 2004 απείχαν από τις κάλπες 2,3 εκατομμύρια πολίτες, ενώ τον Ιούνιο του 2023 δεν πήγαν να ψηφίσουν 4,7 εκατομμύρια πολίτες.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η δημιουργία του κόμματος Τσίπρα προκαλεί ενθουσιασμό στο Μαξίμου. Με την έννοια ότι θεωρείται ο εύκολος αντίπαλος για τον κ. Μητσοτάκη. Πρώτον, διότι μόνον η επίκληση της επιστροφής του κ. Τσίπρα συσπειρώνει τους ψηφοφόρους της Ν.Δ. και δεύτερον, επειδή ο σημερινός πρωθυπουργός έχει βγει νικητής με αντίπαλο τον Τσίπρα σε όλες τις αναμετρήσεις από το 2019.
Γι’ αυτό και στο στόχαστρο της κυβέρνησης έχει μπει ο κ. Ανδρουλάκης, με το οικογενειακό σπίτι του στο Ηράκλειο που ενοικιάζεται από το Δημόσιο (κτηματολόγιο) μπας και τσαλακωθεί πολιτικά και βγει εύκολα από τη μέση.
Διότι, επί της ουσίας, το ΠΑΣΟΚ, που υπέγραφε το πρώτο μνημόνιο μόνο του για να σώσει τη χώρα από τη χρεοκοπία ενώ η Ν.Δ. έκανε αντίσταση στην Ευρώπη και έστηνε εκδηλώσεις στο Ζάππειο, είναι πολύ δυσκολότερος αντίπαλος.
Πόσο μάλλον όταν τις τελευταίες εβδομάδες ήρθε πάλι στην επικαιρότητα ο τότε πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ να θυμίσει (ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό») ότι το λάθος που έκανε ο ίδιος ήταν ότι έδειξε εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία προκάλεσε το 2009 ελλείμματα-ρεκόρ 15,4% του ΑΕΠ.
Βεβαίως, το ίδιο το ΠΑΣΟΚ βοηθάει με την έως τώρα στάση του στην αποδυνάμωσή του και γι’ αυτό παραμένει στάσιμο μεταξύ 11% και 13%. Κορυφαία στελέχη του, ακόμη και σήμερα, δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί ότι ο κύριος πολιτικός χώρος από τον οποίο θα έπρεπε να στοχεύει να προσελκύει ψηφοφόρους είναι η Ν.Δ. και όχι ο ΣΥΡΙΖΑ. Και ότι πρώτο το ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να ψηφίζει υπέρ –και όχι «παρών»– της ανανέωσης της θητείας Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος. Διότι ο πρώην υπουργός Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου και μετέπειτα κεντρικός τραπεζίτης αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής πολιτικής της χώρας την εποχή του ΣΥΡΙΖΑ και μισητό εχθρό της κυβέρνησης Τσίπρα.
Το νέο κόμμα Τσίπρα, λόγω της προϊστορίας του, θα περίμενε κανείς ότι δεν έχει πιθανότητες να διεκδικήσει δεύτερη θέση στις εκλογές. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν με διψήφια ποσοστά. Ο κ. Τσίπρας μετά την παραίτηση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να ανανεώσει το προφίλ του και να κάνει στροφή προς το Κέντρο. Στην «Ιθάκη» του, όμως, δεν έκανε καμία ουσιαστική αυτοκριτική για το πρώτο εξάμηνο της παλαβής διαπραγμάτευσης, αδειάζοντας συγχρόνως στενούς συνεργάτες και βασικούς υπουργούς της κυβέρνησής του. Επέμεινε μάλιστα ότι η σύγκρουση με την Ευρώπη ήταν σωστή επιλογή, παρά το γεγονός ότι έφερε τη χώρα στα πρόθυρα της δραχμής.
Μετά την παρουσίαση του νέου κόμματος, επιχείρησε με την ίδια διχαστική συνταγή του «εμείς και αυτοί» να εμφανιστεί και πάλι ως ο προστάτης των αδυνάμων και των απλών πολιτών, που ασφυκτιούν από μια κυβέρνηση η οποία υποστηρίζει τα μεγάλα συμφέροντα. Ολα τα φαντάσματα που ζήσαμε την πενταετία 2015-2019 θα αρχίσουν και πάλι να εμφανίζονται μπροστά μας. Γιατί πολύ πιθανόν τα παθήματα να μη μας έχουν γίνει μαθήματα.

