Οι πολλαπλές διασταυρώσεις Ελλάδας – Ρωσίας

3' 58" χρόνος ανάγνωσης

Oντας ένας λαός, ένα έθνος, αντοχών και όχι πρωταθλητισμού, το θυμικό μας ζητάει διαρκώς ανανέωση, στους δρόμους της επανάληψης που του αρέσει να ζει.

Στη μακραίωνη σχέση μας με τη θάλασσα και τις ακτές, την ποιμενική τη ζωή, σε τόπους πέτρινους και δύσβατους, την ιδιαίτερη σχέση μας με το θείο, με το χαρτογραφημένο δημοτικό τραγούδι και με εκείνο που δεν χαρτογραφήθηκε ποτέ, χρειάζεται να προστεθεί και η ιδιαίτερη σχέση με την εξουσία. Είναι μια σχέση ανοργάνωτη και χωρίς κανόνες και κανονισμούς. Οταν την έχουμε στα χέρια μας, τη σπαταλάμε αυτάρεσκα σε έναν χωρίς αύριο βαυκαλισμό, επιλέγοντας τις απολαβές της ιδιοτελούς μικροεξουσίας και όχι τη δημιουργικότητα μιας εξουσίας που θα αφήσει καλύτερο αυτό που παραλάβαμε.

Μια γρήγορη ανασκόπηση της σχέσης μας με την κρατική – πολιτική εξουσία, τους τελευταίους σχεδόν δύο αιώνες που εκλέγουμε όσους μας κυβερνούν, θα δούμε ότι κυριαρχεί ένας φαύλος κύκλος δυσπιστίας και ανασφάλειας, με το θυμικό να βασιλεύει και να κουμαντάρει μια πολιτική ελπίδα ευάλωτη.

Σχηματικά διακρίνουμε σε εμάς δύο φαντασιακές σχολές «λογαριασμού» με την εξουσία. Του «ορθού λόγου» της Δύσης, που θιγόμαστε με την απαιτητικότητά της, και της ορθόδοξης ρωσικής Ανατολής, που μας «δικαιώνει» ως «περιούσιο» ή αδικημένο λαό.

Η πρώτη, η Δύση, παρέμενε άπιαστη εκ μέρους μας σε ταυτίσεις, αλλά τροφοδότης μας, τελικά, κάθε επιστήμης και τεχνολογίας, από τα νομικά έως τα έργα κρατικής υποδομής.

Η δεύτερη, η ρωσική Ανατολή, ξανθιά και ορθόδοξη, αδέξια αλλά καθησυχαστική, παραμένει σε πολλούς συμπαθέστερη όντας καθόλου απαιτητική. Σαν να συνδέεται η Δύση με τους αριθμούς, τον χρόνο και την έννοια της μονάδας στους ανθρώπους και η Ρωσία με το άχρονο της θρησκείας και των συνόλων.

Σταθμοί της πολιτικής – πολιτισμικής σχέσης με τη Ρωσία, που βασίζεται στο ομόδοξο, κινούνται από το «ξανθό γένος» και τη δημώδη φράση «να έρθει ο Μόσκοβος, να φέρει το σεφέρι», την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και την υποτιθέμενη πατρωνία της Επανάστασης του 1821, στο Ρωσικό (ξενικό) Κόμμα της Ελλάδας, εκείνης που έφτιαξαν οι στόλοι Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας στο Ναυαρίνο. Κόμμα με ισχυρή λαϊκότητα στην κραταιά πολιτικά Πελοπόννησο, ως κόμμα των μοναστηριών, των καπεταναίων της Πελοποννήσου, με τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη εμβληματικό στέλεχός του. Η επιρροή αντέχει όσο ζουν και οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης στο νεαρό κράτος μας.

Μετά τη ρωσική σκυτάλη παίρνει η ορθοδοξία της Ρωσίδας βασίλισσας Ολγας, που θα εγκαταστήσει την ορθόδοξη πίστη στα ανάκτορα και βάσει του Συντάγματος τα παιδιά της, οι απόγονοι του βασιλικού ζεύγους, θα είναι ορθόδοξοι. Αυτό θα διαμορφώσει τη λαϊκή πολιτική αποδοχή του Θρόνου, στην Παλιά Ελλάδα, που στερήθηκαν ο καθολικός Οθωνας και η διαμαρτυρόμενη Αμαλία.

Από τον 19ο αιώνα, έμπρακτη βοήθεια για την επέκταση των συνόρων μας από τη Ρωσία δεν ήρθε ποτέ. Κύριος αποδέκτης αυτής, έως τα τέλη εκείνου του αιώνα, ήταν η γειτονική Βουλγαρία. Εμείς παρα- μέναμε συνδεδεμένοι με τη δυτική επιρροή.

Από τον 19ο αιώνα, έμπρακτη βοήθεια για την επέκταση των συνόρων μας από τη Ρωσία δεν ήρθε ποτέ. Κύριος αποδέκτης αυτής, έως τα τέλη εκείνου του αιώνα, ήταν η γειτονική Βουλγαρία. Εμείς παραμέναμε συνδεδεμένοι με τη δυτική επιρροή.

Τρίτη, πολυετής, διασταύρωση, πολιτικά ποινικοποιημένη, με τη Σοβιετική πλέον Ρωσία. Η Σοβιετική Ρωσία λειτούργησε ως φόβητρο της αστικής Ελλάδας και ως ελπίδα για όσους στρατεύθηκαν στο ΚΚΕ. Οι δύο αυτές προσλήψεις ντύθηκαν καταλλήλως από τις ηγεσίες των παρατάξεων. Αρα, η όποια, αδύναμη, ρωσική επιρροή περνούσε μέσα από τους κομμουνιστικούς διαύλους.

Με αφαιρεμένη την ορθοδοξία, ό,τι ρωσικό, στα μετεμφυλιακά χρόνια, λειτουργούσε ως κάτι εξωτικό ή κάτι κολάσιμο και πολιτικά επικίνδυνο. Βεβαίως, η μετεμφυλιακή προπαγάνδα, καλλιεργούμενη από το αντικομμουνιστικό κράτος και παρακράτος, περί ένοπλης κομμουνιστικής απειλής, με σοβιετικό οπλισμό, αποδείχθηκε ψευδέστατη και ανυπόστατη, στα μάτια των ίδιων των χουντικών που έκαναν έρευνα και συλλήψεις τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967.

Η διαμονή, οι σπουδές και οι επισκέψεις Ελλήνων κομμουνιστών στην ΕΣΣΔ άλλους τους γοήτευσαν και άλλους τους απογοήτευσαν οικτρά. Στη διάρκεια της δικτατορίας του 1967 υπήρξαν οικονομικές σχέσεις του σοβιετικού καθεστώτος με την ελληνική χούντα, παρά το ιδεολογικό χάος μεταξύ των δύο πλευρών.

Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, με το αντιδυτικό πνεύμα στην Ελλάδα πολύ ισχυροποιημένο, με τον εμφύλιο της ορθόδοξης Γιουγκοσλαβίας και τη σταδιακή σύνδεση μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας με τη λαϊκότερη (σχεδόν πολιτική) διάσταση της Εκκλησίας, η μη πνευματική ορθοδοξία έγινε πολιτική σημαία. Οι πνευματικοί δεσμοί με τη Ρωσία ανανεώθηκαν στην κατεύθυνση πάλι ενός αέναου κύκλου που τάχα μας δικαιώνει, αυτή τη φορά όχι ως «περιούσιο» λαό, αλλά ως αδικημένους.

Σε κάθε περίπτωση, η συνδρομή και η συμβολή της Δύσης στη χώρα μας υπήρξε καθοριστική για την πρόοδό μας, ασχέτως εάν η πολιτική μας σκηνή δεν την αναδεικνύει, λόγω της επιλογής να μην αναδεικνύεται το πόσο αδικούμε τους εαυτούς μας.

Η μεγάλη επιτυχία διαχρονικά του Τσέχωφ στα ελληνικά θέατρα ας αποδοθεί, μάλλον, σε κάτι που δεν έρχεται αλλά και στην αγωνία και ασφυξία των οικογενειακών σχέσεων…

Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT