Στις δημοκρατίες, η κάλπη οδηγεί συνήθως σε μία από τρεις εκβάσεις: ανανέωση της εντολής προς την κυβέρνηση, εφόσον οι ψηφοφόροι τη θεωρούν ασφαλέστερη από τις εναλλακτικές· πολιτική αλλαγή, όταν εμφανίζεται μια νέα δύναμη με πειστικό ηγέτη, διαφορετικό ύφος και αξιόπιστη υπόσχεση πολιτικού μετασχηματισμού· ή, τέλος, παρατεταμένη αστάθεια, όταν οι εκλογές δεν αναδεικνύουν βιώσιμη εναλλακτική λύση. Στη σημερινή Ελλάδα, η πρώτη έκβαση παραμένει προς το παρόν η πιθανότερη, ενώ η τρίτη δεν μπορεί να αποκλειστεί εάν η κοινωνική δυσαρέσκεια διευρυνθεί χωρίς να εμφανιστεί εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Η λιγότερο πιθανή έκβαση, πάντως, είναι η δεύτερη, ιδιαίτερα αν εξετάσει κανείς τις προϋποθέσεις που απαιτεί. Ας τις δούμε μέσα από σύγχρονα ιστορικά παραδείγματα.
Η άνοδος του Τόνι Μπλερ στη Βρετανία το 1997, του Μπαράκ Ομπάμα στις ΗΠΑ το 2008 και του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία το 2017 αποτελεί τρεις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πολιτικού φαινομένου: της εμφάνισης ενός νέου ηγέτη σε μια περίοδο κόπωσης του υπάρχοντος συστήματος, ο οποίος καταφέρνει να συγκροτήσει νέα πολιτική νομιμοποίηση συνδυάζοντας προσωπική ανανέωση, διαφορετική πολιτική κουλτούρα και μια πειστική υπόσχεση θεσμικού εκσυγχρονισμού. Παρότι οι τρεις ηγέτες εμφανίστηκαν σε διαφορετικές χώρες και ιστορικές συγκυρίες, όλοι είχαν τρία κοινά στοιχεία, όπως και κοινό πολιτικό στόχο – την ανανέωση της εξουσίας χωρίς ρήξη με το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα.
Το πρώτο κοινό στοιχείο ήταν η εικόνα του νέου και άφθαρτου ηγέτη. Ο Μπλερ εμφανίστηκε στη Βρετανία ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια συντηρητικής κυριαρχίας ως η προσωποποίηση μιας νέας γενιάς πολιτικών, απαλλαγμένης από τα ιστορικά βάρη της παραδοσιακής βρετανικής Αριστεράς. Ο Ομπάμα, σε μια Αμερική εξαντλημένη από τον πόλεμο στο Ιράκ και τη χρηματοπιστωτική κρίση, ενσάρκωσε την ιδέα μιας μετα-κομματικής ανανέωσης απέναντι στην πόλωση και στην κόπωση της εποχής Μπους. Ο Μακρόν εμφανίστηκε σε μια Γαλλία όπου τόσο οι σοσιαλιστές όσο και η παραδοσιακή Δεξιά είχαν χάσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας τους. Παρουσιάστηκε ως πολιτικό αουτσάιντερ, παρότι προερχόταν από τον πυρήνα του γαλλικού κράτους. Και στις τρεις περιπτώσεις, η πολιτική τους δύναμη δεν στηρίχθηκε απλώς στην ηλικία τους, αλλά κυρίως στην ικανότητά τους να συμβολίσουν ρήξη με το φθαρμένο κομματικό παρελθόν χωρίς να μοιάζουν επικίνδυνα αντισυστημικοί.
Το δεύτερο κοινό στοιχείο ήταν η εισαγωγή ενός νέου ύφους εξουσίας και διαφορετικής πολιτικής γλώσσας. Ο Μπλερ εγκατέλειψε τη γλώσσα της παραδοσιακής ταξικής αντιπαράθεσης και αντικατέστησε τον ιδεολογικό τόνο της βρετανικής Αριστεράς με μια πιο επαγγελματική και τεχνοκρατική ρητορική γύρω από τη «Νέα Βρετανία». Ο Ομπάμα προέβαλε μια ενωτική και σχεδόν μετα-ιδεολογική γλώσσα, που έδινε έμφαση στην ελπίδα και στην υπέρβαση του διχασμού ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς. Ο Μακρόν προσπάθησε να υπερβεί τον ίδιο τον άξονα Αριστεράς – Δεξιάς, παρουσιάζοντας την πολιτική ως πεδίο μεταρρυθμιστικής αποτελεσματικότητας και όχι ιδεολογικής σύγκρουσης. Και οι τρεις αντικατέστησαν τη γλώσσα της παραδοσιακής κομματικής αντιπαράθεσης με μια νέα πολιτική αισθητική: περισσότερο τεχνοκρατική, ρεαλιστική και προσανατολισμένη στην αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης.
Η πολιτική αλλαγή έρχεται μόνο όταν εμφανίζονται ηγέτες ικανοί να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης. Με άφθαρτο παρελθόν, νέο ύφος και μεταρρυθμιστική πολιτική κουλτούρα.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο κοινό στοιχείο ήταν η υπόσχεση ενός νέου θεσμικού και μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Ο Μπλερ υποσχέθηκε τον εκσυγχρονισμό του βρετανικού κράτους πρόνοιας και των δημόσιων υπηρεσιών χωρίς εγκατάλειψη της οικονομίας της αγοράς. Ο Ομπάμα επιχείρησε να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του αμερικανικού ομοσπονδιακού κράτους μέσω μεταρρυθμίσεων στην υγεία, στη χρηματοπιστωτική εποπτεία και στη δημόσια διοίκηση. Ο Μακρόν, τέλος, προέβαλε την ανάγκη μετασχηματισμού της γαλλικής οικονομίας και του κράτους μέσα από μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στη δημόσια διοίκηση και στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Και οι τρεις, με διαφορετικό τρόπο, υποστήριξαν ότι το πρόβλημα των δυτικών δημοκρατιών δεν ήταν μόνο ιδεολογικό, αλλά κυρίως θεσμικό: τα κράτη είχαν γίνει αργά, δυσκίνητα και ανίκανα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης και της νέας οικονομίας.
Η άνοδος της Τζόρτζια Μελόνι στην εξουσία το 2022 έδειξε ότι η ίδια ανάγκη πολιτικής ανανέωσης που εξέφρασαν οι Μπλερ, Ομπάμα και Μακρόν μπορεί να λάβει διαφορετική πολιτική μορφή. Οπως και εκείνοι, έτσι και η Μελόνι εμφανίστηκε ως νέα και σχετικά άφθαρτη ηγέτις απέναντι σε ένα φθαρμένο κομματικό σύστημα, με διαφορετικό πολιτικό ύφος και υπόσχεση αποτελεσματικότερης διακυβέρνησης. Σε αντίθεση όμως με τον φιλελεύθερο και τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό των τριών προηγούμενων ηγετών, η δική της άνοδος στηρίχθηκε αρχικά σε πιο συγκρουσιακή και ταυτοτική πολιτική γλώσσα. Ωστόσο, από την ανάληψη της εξουσίας και μετά, η διακυβέρνησή της έχει κινηθεί σταδιακά προς πιο πραγματιστικές και μετριοπαθείς θέσεις, προσεγγίζοντας το πολιτικό κέντρο και επιδιώκοντας νέα θεσμική νομιμοποίηση μέσα από τη σταθερότητα και την κυβερνησιμότητα.
Οι κυβερνήσεις φθείρονται σχεδόν νομοτελειακά. Η φθορά της εξουσίας, όμως, δεν αρκεί για να φέρει πολιτική αλλαγή. Αυτή έρχεται μόνο όταν εμφανίζονται ηγέτες ικανοί να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης. Με άφθαρτο παρελθόν, νέο ύφος και μεταρρυθμιστική πολιτική κουλτούρα. Mε όλα όσα λείπουν εδώ και χρόνια από την αντιπολίτευση.
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας.

