Οι ψηφοφόροι που ποθούν ένα κόμμα που θα τιμωρήσει όσους θεωρούν υπεύθυνους για την κακοδαιμονία της χώρας απέκτησαν άλλη μία «Ελπίδα», με την ανακοίνωση του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού. Η δεξαμενή του θυμού είναι μεγάλη, και αρκετές οι αφορμές που τη γεμίζουν, ώστε να τροφοδοτήσει και αυτό το κόμμα. Ομως, αυτοί οι ψηφοφόροι έχουν αρκετές επιλογές για να μετατρέψουν την οργή, την αγανάκτηση ή την ελπίδα τους σε πολιτικό ρεύμα – από τα οχήματα των Βελόπουλου, Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκη, Λατινοπούλου και άλλων. Οσοι αισθάνονται ότι η χώρα είναι ανοχύρωτη απέναντι στους μετανάστες, στους Τούρκους, στην παγκοσμιοποίηση, στους Βαλκάνιους γείτονες, στους Φράγκους, στους Βαυαρούς, στους Αγγλους, στους Αμερικανούς, στον Αντίχριστο και σε ό,τι άλλο διαχρονικώς προκαλεί ρίγη πατριωτισμού στα στήθη των «πραγματικών Ελλήνων», δεν έχουν μόνο τα προαναφερόμενα κόμματα να ερίζουν για τις αγνές καρδιές τους, αλλά και έναν πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος σε όλη τη μακρά καριέρα του επιδιώκει να μετατρέψει το συναίσθημα πολλών σε πολιτικό όφελος για τον ίδιο.
Η συγκολλητική ουσία κομμάτων με διαφορετικές τάσεις είναι η προοπτική της εξουσίας. Εάν η Ν.Δ. θέλει να κρατήσει τους δεξιούς, που έχουν πολλές άλλες επιλογές, πρέπει να εξασφαλίσει ότι δεν θα χάσει τους κεντρώους.
Εάν, για χάρη της συζήτησης, θεωρήσουμε το δημοψήφισμα του 2015 ένδειξη της αναλογίας μεταξύ ανθρώπων που θέλουν να επιβάλουν τους φόβους και τις ελπίδες τους στην πραγματικότητα, και όσων πιστεύουν ότι πρέπει να πορευόμαστε με τα μάτια ανοικτά ώστε να χαράξουμε την καλύτερη δυνατή πορεία, τότε μπορούμε να πούμε ότι η «δεξαμενή» των προαναφερόμενων υπαρκτών και εκκολαπτόμενων κομμάτων αποτελείται από περίπου 61% των ψηφοφόρων, ενώ το υπόλοιπο 39% βρίσκεται στο Κέντρο. Ισως η διαφορά σήμερα να είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η πανδημία και η «νομιμοποίηση» του ανορθολογισμού μέσω του αντιεμβολιαστικού κινήματος, τα σκάνδαλα των υποκλοπών και ΟΠΕΚΕΠΕ, η τραγωδία των Τεμπών ενίσχυσαν το «αντισυστημικό» ρεύμα. Επίσης, όπως και αλλού, η σαγήνη της πρωτόγονης συμπεριφοράς του Τραμπ ενισχύει τις δυνάμεις της μισαλλοδοξίας και του εθνικισμού, «νομιμοποιεί» το παράλογο και την εθελοτυφλία. Από εμπειρία και από τις συναναστροφές μας, γνωρίζουμε ότι το 39% «του ορθολογισμού» είναι σκορπισμένο μεταξύ κομμάτων που συμπεριλαμβάνουν και ανθρώπους που πιστεύουν πολλά απ’ αυτά που εκφράζουν τα «αντισυστημικά» κόμματα.
Ετσι εγείρεται το ερώτημα: Πόσοι είναι οι ψηφοφόροι που αναζητούν μια πολιτική δύναμη που θα παρέχει σταθερότητα και σοβαρότητα, που θα αναλάβει αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και θα προστατεύσει τα πολλά καλά του τόπου και της κοινωνίας, που θα κυβερνήσει δίκαια και αποφασιστικά; Eνα κόμμα που θα κινείται στον κόσμο αλλά και στο εσωτερικό με αυτοπεποίθηση, προτείνοντας και εφαρμόζοντας αξιόπιστες πολιτικές, με στόχο τη λύση προβλημάτων, την αποφυγή κινδύνων και την εξασφάλιση προοπτικών για όλους, κυρίως τους νέους;
Η Νέα Δημοκρατία ήρθε πιο κοντά στο να εκφράζει και να καλύπτει αυτή την ανάγκη. Και πέτυχε πολλά από το 2019. Χωρίς αυτό να εξουδετερώνει τα λάθη και τις κυνικές πρακτικές με τις οποίες ασκεί εξουσία, παραμένει η πολιτική δύναμη που μπορεί να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις. Τελευταίως, όμως, δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο να προσελκύσει (ή να κρατήσει) ανθρώπους από τη δεξαμενή του 61% και όχι απ’ αυτήν του 39%. Αυτό πιθανώς θα ενισχύσει τα μικρότερα κόμματα, αλλά και το ΠΑΣΟΚ και το νέο όχημα του Αλέξη Τσίπρα. Θα μπορούν να ψαρεύουν και στις δύο δεξαμενές, ενώ, προβάλλοντας τη δεξιά πολιτική της Ν.Δ., θα εμφανίζονται ως πιο γνήσιοι εκφραστές του Κέντρου. Η συγκολλητική ουσία κομμάτων με διαφορετικές τάσεις είναι η προοπτική της εξουσίας. Εάν η Ν.Δ. θέλει να κρατήσει τους δεξιούς, που έχουν πολλές άλλες επιλογές, πρέπει να εξασφαλίσει ότι δεν θα χάσει τους κεντρώους.

