Κάθε εκλογή καταλήγει σε μια διάζευξη. Θες αυτόν ή τον άλλον; Τον Μητσοτάκη ή τον Ανδρουλάκη; Τον Μητσοτάκη ή τον Τσίπρα; Το είπε μόνος του ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία με την οποία έκλεισε το συνέδριο του κόμματός του. Ή εγώ ή κάποιος (κάποια) από τους άλλους. Για την ενίσχυση του ίδιου μηνύματος επιστρατεύθηκε και η χρησιμοποιημένη μεταφορά –εισηγμένη από την αμερικανική πολιτική– για το «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο», μέσα στη νύχτα.

Η αυτοπεποίθηση του Μητσοτάκη, να προκαλεί την προσωπική του σύγκριση με τα υπόλοιπα πρόσωπα επί σκηνής, δεν δικαιολογείται τόσο από το ηθικό του δικού του κόμματος. Στην αρένα του συνεδρίου δεν εμφανίστηκε ένας οργανισμός με πίστη και σφρίγος. Οι πιο περίοπτες από τις κεφαλές της Ν.Δ. μίλησαν κυρίως γι’ αυτό που δεν θέλουν να είναι το κόμμα – όχι γι’ αυτό που θέλουν να γίνει στο μέλλον. Μίλησαν για την ιστορία του, τις «αρχές» και το «DNA» και όχι για την υπέρβαση και τη μετεξέλιξή του. Ο κομματικός πατριωτισμός, όσο εμφανίστηκε, κοιτούσε προς τα πίσω. Make ND great again. Προς τα πίσω κοίταξε αναγκαστικά και το επίσημο αφήγημα, με τον πρωθυπουργό και τους συνεργάτες του να επενδύουν στον απολογισμό. Το κόμμα έπρεπε να θυμηθεί τα επιτεύγματά του στη διακυβέρνηση, τώρα που έχει αρχίσει να δίνει την εντύπωση ότι την κουβαλάει σαν βάρος.
Πώς εισπράττει ο ψηφοφόρος ότι δεν έχει εναλλακτική;
Αν έπρεπε κανείς να το συνοψίσει σε μια φράση, θα έλεγε ότι αυτό ήταν μάλλον ένα συνέδριο αυτοσυντήρησης, παρά αντεπίθεσης. Από πού, λοιπόν, πηγάζει η προσωπική αυτοπεποίθηση του πρωθυπουργού, αν όχι από τη δική του καχύποπτη «οικογένεια»; Πηγάζει, φυσικά, από τους αντιπάλους. Εκπορεύεται από την επίγνωση ότι έχει απέναντί του μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση, έτοιμη να διασπαρεί κι άλλο στους μήνες που απομένουν μέχρι τις εκλογές. Η αυτοπεποίθηση προέρχεται από τη βεβαιότητα ότι ο πιο χαρισματικός από τους αντιπάλους του Μητσοτάκη έχει ήδη χάσει από αυτόν δύο φορές. Τη δεύτερη φορά, μάλιστα, διαλύθηκε και ο μόνος του τρόπος για να προκαλέσει σήμερα το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης είναι να συζητάει δημόσια για το τι θα είχε κάνει διαφορετικά πριν από έντεκα χρόνια.
Ο λιγότερο χαρισματικός από τους αντιπάλους δεν έχει ούτε αυτόν τον τρόπο να συγκινήσει, ούτε μπορεί να χτίσει μια πλειοψηφία που θα συνέχεται από την προσδοκία. Αρα; Δεν είναι πειστική η γραμμή ότι δεν υπάρχει εναλλακτική; Δεν είναι αποστομωτική;
Ναι. Αλλά η «αποστόμωση» δεν είναι το πιο ευχάριστο μέσο πειθούς. Στο παραβάν, εκτός από τις προσδοκίες και τις έλλογες ανησυχίες, μπαίνουν κι άλλα, πιο ατίθασα συναισθήματα. Μπαίνει και το συναίσθημα που μπορεί να αναδυθεί, όταν σου δείχνουν με το δάχτυλο έναν μονόδρομο. Μπορεί να αισθανθείς ότι απειλείται η ελευθερία σου. Οτι σε εγκλωβίζουν πατερναλιστικά σε μια «καθωσπρέπει», «συστημική» επιλογή-χωρίς-επιλογή. Μπορεί να αισθανθείς ότι πρέπει να αντιδράσεις.

