Τρίτη, 5 Μαΐου, διαβάζω την είδηση σε μια από τις ιστοσελίδες που επισκέπτομαι κάθε πρωί, για την πρώτη ενημέρωσή μου: «Ενα από τα ιστιοφόρα του στολίσκου Global Sumud Flotilla με προορισμό τη Γάζα προσάραξε σε ρηχά νερά, σε βραχώδη ακτή της Γαύδου, αφού έμεινε ακυβέρνητο και χωρίς πλήρωμα μετά την επέμβαση Ισραηλινών που πραγματοποιήθηκε νότια της Κρήτης την περασμένη Πέμπτη».
Ας ψάξω, λέω, στο Διαδίκτυο, μήπως βρω περισσότερα στοιχεία. Γκουγκλάρω και πέφτω στο εξής: «Σε βραχώδη ακτή της Γαύδου προσάραξε ένα από τα ιστιοφόρα του στολίσκου για τη Γάζα που έμεινε ακυβέρνητο και χωρίς πλήρωμα μετά την επιχείρηση για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας, νότια της Κρήτης». Αν δεις βιαστικά την πρώτη και τη δεύτερη αναφορά στην ίδια είδηση, μάλλον θα συμπεράνεις ότι είναι παρόμοιες. Οτι πληροφορούν με την ίδια επάρκεια και ουδετερότητα, απλώς με διαφορετική σειρά των ίδιων πάνω-κάτω λέξεων.
Λάθος. Σοβαρό λάθος. Η πρώτη καταγραφή μάς λέει τι όντως συνέτρεξε, ποιος έφταιξε που τα σκάφη του στολίσκου της αλληλεγγύης βρέθηκαν ακυβέρνητα στα νερά της Μεσογείου: Το ιστιοφόρο «Trinidad» «έμεινε ακυβέρνητο και χωρίς πλήρωμα μετά την επέμβαση Ισραηλινών», στις 30 Απριλίου. Στη δεύτερη καταγραφή εξαφανίστηκε ο υπαίτιος (οι ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις, που έδειραν, συνέλαβαν, αιχμαλώτισαν) και υιοθετήθηκε μια πονηρούτσικη περιγραφή που λίγο-πολύ υποδεικνύει ως υπεύθυνους της ακυβερνησίας τους ίδιους τους ακτιβιστές.
Το σκάφος, μαθαίνουμε από τη δεύτερη ειδησεογραφική εκδοχή, «έμεινε ακυβέρνητο και χωρίς πλήρωμα μετά την επιχείρηση για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας». Επιχείρησαν δηλαδή αυτοί οι «τρελοί», οι «υποκριτές», οι «αντισημίτες», οι «ψευτοαγωνιστές» (με τέτοιους όρους τους απαξιώνουν οι «αντικειμενικοί» δημοσιολόγοι) να φτάσουν με τα καραβάκια τους στη Γάζα, δεν τα κατάφεραν όμως, από ατζαμοσύνη πιθανότατα, μπορεί να φοβήθηκαν και τον καιρό, κι έτσι αποφάσισαν να εκπέμψουν SOS και να εγκαταλείψουν τα σκάφη τους στη δικαιοδοσία της θάλασσας.
Θα μπορούσαμε ίσως να δεχτούμε πως η κρίσιμη παράλειψη προέκυψε κατά τύχη ή από παραδρομή και δεν είναι προϊόν δόλιας διαχείρισης των δεδομένων, αν δεν γνωρίζαμε ότι μετά το 2023 η ειδησεογραφία για τη Γάζα υπακούει σε έναν σκληρό ιδεολογικό λογοκριτικό κανόνα, αλλού γραπτό, αλλού άγραφο, πλην «ευκόλως εννοούμενο». Ο κανόνας, που υποτίθεται ότι κατασκευάστηκε στο όνομα της αμεροληψίας και προς προληπτική αντιμετώπιση του αντισημιτισμού, απαγορεύει τη χρήση των όρων «γενοκτονία», «εθνοκάθαρση», «Ισραηλινοί έποικοι», «κατοχή», «απαρτχάιντ». Ούτε καν ο όρος «επιδρομή» δεν συγχωρείται. Προτιμητέα η λέξη «επιχειρήσεις», κι αυτή χωρίς υποκείμενο, αοριστολογικά. «Επιχείρηση» δεν αποκαλεί και ο Βλαντιμίρ Πούτιν την εισβολή των ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία;
«Το Ισραήλ έχει σκοτώσει περισσότερους δημοσιογράφους απ’ όσους σκοτώθηκαν στον Εμφύλιο των ΗΠΑ, στον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο, στον πόλεμο της Κορέας, του Βιετνάμ (συμπεριλαμβανομένης της Καμπότζης και του Λάος), στους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στον πόλεμο στο Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου. ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΖΙ!».
Ο (αυτο)λογοκριτικός κανόνας δεν αφορά μόνο κάποιες ελληνικές ιστοσελίδες και εφημερίδες, αλλά και γίγαντες της οικουμενικής ενημέρωσης, με τη στάση των οποίων συναρτάται (αν δεν εξαρτάται) η στάση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως. Το δόγμα «το είπε το BBC», «το είπε το CNN» εξακολουθούν να το ασπάζονται αναρίθμητοι καταναλωτές ειδήσεων, με την πίστη ότι ακούν ή διαβάζουν καθαρές ειδήσεις, όχι «καθαρισμένες» στο φίλτρο της χειραγώγησης και των πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Πέρυσι, αρχές Ιουλίου, πάνω από εκατό υπάλληλοι του BBC και τριακόσιοι εργαζόμενοι στον κλάδο των ΜΜΕ κατηγόρησαν με επιστολή τους τη διοίκηση του επικοινωνιακού κολοσσού για συστράτευση με την ακροδεξιά κυβέρνηση του Ισραήλ: «Πολύ συχνά δημιουργείται η αίσθηση ότι το BBC διεκπεραιώνει τις δημόσιες σχέσεις της κυβέρνησης και του στρατού του Ισραήλ. Αυτό πρέπει να είναι αιτία μεγάλης ντροπής και ανησυχίας για όλους». Αφορμή της επιστολής ήταν η απόφαση της ηγεσίας του BBC να αποσύρει το ντοκιμαντέρ «Γάζα: Πώς να επιβιώσετε σε μια εμπόλεμη ζώνη» και να παγώσει ένα άλλο με τίτλο «Γάζα: Γιατροί υπό πυρά».
Τα πράγματα όμως δεν είναι ποτέ μονοδιάστατα. Επίσης τον Ιούλιο του 2025, το BBC, το Associated Press, το Reuters και το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων απαίτησαν με κοινή δήλωση να επιτρέψει επιτέλους το Ισραήλ την είσοδο δημοσιογράφων στη Γάζα. Πολύ νωρίτερα, στις 17.4.2024, με το άρθρο της «Το ισραηλινό καθεστώς λογοκρισίας γιγαντώνεται. Κι αυτό πρέπει να σταματήσει», στους New York Times, η Τζόντι Γκίνσμπεργκ, διευθύνουσα σύμβουλος της Επιτροπής Προστασίας των Δημοσιογράφων (CPJ), μετρούσε πληγές:
«Το υψηλό ποσοστό θανάτων και συλλήψεων δημοσιογράφων στη Γάζα, καθώς και πολλών στη Δυτική Οχθη· οι νόμοι που επιτρέπουν στην ισραηλινή κυβέρνηση να κλείνει ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία που χαρακτηρίζονται επικίνδυνα για την ασφάλεια […] και η άρνησή της να επιτρέψει σε ξένους δημοσιογράφους την ανεξάρτητη πρόσβαση στη Γάζα, όλα αυτά δείχνουν πως η ισραηλινή ηγεσία περιορίζει σκόπιμα την ελευθερία του Τύπου. Αυτό όμως είναι σήμα κατατεθέν μιας δικτατορίας, όχι μιας δημοκρατίας».
Εκτοτε τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2025 η Φραντσέσκα Αλμπανέζε, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Παλαιστίνη, έδινε την εξής τρομακτική πληροφορία: «Το Ισραήλ έχει σκοτώσει περισσότερους δημοσιογράφους απ’ όσους σκοτώθηκαν στον Εμφύλιο των ΗΠΑ, στον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο, στον πόλεμο της Κορέας, του Βιετνάμ (συμπεριλαμβανομένης της Καμπότζης και του Λάος), στους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990 και του 2000 και στον πόλεμο στο Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου. ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΖΙ!» «Ο ισραηλινός στρατός», αποσαφήνιζε ο Σερίφ Μανσούρ, συντονιστής προγράμματος της CPJ, «σκότωσε περισσότερους δημοσιογράφους σε δέκα εβδομάδες απ’ όσους σκότωσε κάθε άλλος στρατός σε ένα έτος».
Στην πειρατική επιδρομή των Ισραηλινών του στρατάρχη Μπίμπι Νετανιάχου δεν υπήρξαν νεκροί, μόνο τραμπουκισμοί, συλλήψεις και απαγωγές. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στην ελληνική κυβέρνηση να υψώσει το ανάστημά της και να συστήσει «αυτοσυγκράτηση», γενικά, αόριστα και εθνικώς υπερήφανα. Η ίδια μάλιστα αυτοσυγκρατήθηκε με υποδειγματικό σθένος: Ενώ ήταν έτοιμη να επιτεθεί στη Διεθνή Αμνηστία (που έκρινε πως η παράνομη δράση των Ισραηλινών «υπογραμμίζει τις επικίνδυνες συνέπειες δεκαετιών ατιμωρησίας για τα συνεχιζόμενα φρικτά εγκλήματα του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας στη Λωρίδα της Γάζας και του απαρτχάιντ, καθώς και της παράνομης κατοχής παλαιστινιακού εδάφους») και στην Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που της θύμισε ότι καταπάτησε την «πρωταρχική υποχρέωσή της» «να παράσχει βοήθεια σε πρόσωπα που βρίσκονται σε κίνδυνο στη ζώνη έρευνας και διάσωσής της», τελικά έδωσε τόπο στην οργή της. Ασ’ τους να λένε… Εμάς μας αρκούν οι ευχαριστίες των Ισραηλινών. Δεν ξέρουν αυτοί και ξέρουν οι Αμνηστίες και οι δικαιωματιστούληδες;

