Τον Δεκέμβριο του 2023 δημοσιεύθηκε από το υπουργείο Παιδείας πρόσκληση για υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο του έργου «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας». Ο στόχος της πρόσκλησης ήταν, υποτίθεται, «η δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την αξιοποίηση του υφιστάμενου επιστημονικού δυναμικού και τη διαμόρφωση νέων προοπτικών στην επιστημονική και επαγγελματική πορεία αυτών, και η υλοποίηση ερευνητικών έργων με υψηλό αντίκτυπο στην οικονομία και στην κοινωνία με την παραγωγή έρευνας υψηλού επιπέδου». Στην πρόσκληση διαβάζει κανείς κι άλλα μεγαλεπήβολα για κόμβους Αριστείας και Καινοτομίας.
Αν διαβάσετε το άρθρο του Απόστολου Λακασά στην «Καθημερινή» της περασμένης Πέμπτης, θα γνωρίζετε ήδη πώς κατέληξε αυτή η πρωτοβουλία: σε ναυάγιο. Αλλά αυτό το ναυάγιο είχε πάρα πολλά θύματα. Οχι μόνο την αριστεία και την επιστήμη, αλλά εκατοντάδες νέους επιστήμονες που έκαναν το λάθος να πιστέψουν ότι το ελληνικό κράτος είναι αξιόπιστο, να εγκαταλείψουν θέσεις, να χάσουν ευκαιρίες, να αναλάβουν ρίσκα για να συμμετάσχουν σε αυτό το πρόγραμμα. Επειτα από 2,5 χρόνια το υπουργείο Παιδείας έκλεισε με απαράδεκτο τρόπο μια ιστορία πρωτοφανή ακόμα και για τα ελληνικά δεδομένα.
Με δύο λόγια: κατατέθηκαν 1.241 προτάσεις και τον Ιούλιο του 2025 ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα. Ακολούθησαν αντιδράσεις, όπως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων κάθε ανταγωνιστικής διαδικασίας. Αυτή τη φορά οι διαμαρτυρίες ήταν ιδιαίτερα έντονες για δύο λόγους: διότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο πρόγραμμα που είχε προκηρυχθεί ποτέ στην Ελλάδα, αλλά και επειδή υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι στη συγγραφή των κειμένων αξιολόγησης χρησιμοποιήθηκε η Τ.Ν. Υπεβλήθησαν 200 ενστάσεις, οι οποίες, όμως, δεν αξιολογήθηκαν ποτέ. Διότι η κυβέρνηση επέλεξε τη σιωπή, μέχρι να ξεχαστεί το ζήτημα. Και τι έγινε με αυτούς που τους ανακοινώθηκε ότι εγκρίθηκε η πρότασή τους; Σιωπή και πάλι. Καμία επίσημη ενημέρωση, παρά μόνον φήμες, διαρροές, πλήρης αδιαφορία.
Ενας από αυτούς που η πρότασή τους εγκρίθηκε, και μάλιστα ψηλά στην κατάταξη, ήμουν κι εγώ. Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να σας περιγράψω τη βλάβη που προκάλεσε αυτή η ιστορία, όχι τόσο σε μένα, αλλά στους νέους συνεργάτες μου. Ο λόγος που αποφάσισα να περιγράψω την εμπειρία μου είναι απλός: διότι αυτοί που αποφασίζουν για την ερευνητική πολιτική συνήθως δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτό που ρυθμίζουν, πώς επηρεάζουν τις ζωές νέων ανθρώπων, από τη δουλειά των οποίων η κοινωνία μας θα πάει μπροστά. Διότι η ερευνητική πολιτική αποτελεί τον κρίσιμο μοχλό οικονομικής ανάπτυξης. Οι χώρες με υψηλές επενδύσεις στην έρευνα εμφανίζουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα, δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας με υψηλότερους μισθούς, ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας. Η Ελλάδα, όμως, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αποτυχίας της ερευνητικής πολιτικής, επειδή παρά το υψηλό επιστημονικό δυναμικό της, διαχρονικά υποεπενδύει στην έρευνα. Το αποτέλεσμα το γνωρίζετε: αθρόα διαρροή επιστημόνων στο εξωτερικό, δηλαδή εθνική καταστροφή.
Την πρόταση την κατέθεσα μαζί με τη συνάδελφο Κατερίνα Γαλάνη (καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς με διδακτορικό από την Οξφόρδη). Είχαμε την τύχη να συμπεριλάβουμε στην ομάδα μας κορυφαίους Ελληνες επιστήμονες που εργάζονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και μια αυστηρά επιλεγμένη ομάδα νέων επιστημόνων. Δουλέψαμε για μήνες την πρότασή μας και έπειτα περιμέναμε για πάνω από ένα χρόνο να μάθουμε τα αποτελέσματα, προσπαθώντας να κρατήσουμε με νύχια και με δόντια την ομάδα ακέραιη. Και ήρθε η ώρα που ενημερωθήκαμε πως η πρόταση εγκρίθηκε! Πανηγυρίσαμε για μια στιγμή και μετά πιάσαμε δουλειά. Στρατολογήσαμε 30 επιστήμονες από έξι χώρες και τους δεσμεύσαμε.
Αυτή η χώρα όχι μόνο δεν στηρίζει την έρευνα, αλλά την υπονομεύει. Οχι μόνο δεν στηρίζει την αριστεία, αλλά την καταδιώκει. Οχι μόνο δεν εκτιμά την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά συστηματικά την απαξιώνει.
Θεωρώντας το ελληνικό κράτος αξιόπιστο, κάναμε ερευνητικά ταξίδια με προσωπικά έξοδα, συγκεντρώνοντας έναν ανεκτίμητης αξίας θησαυρό τεκμηρίων για την Ελληνική Ιστορία, έναν θησαυρό που θα μείνει τώρα ανεκμετάλλευτος. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Το χειρότερο είναι η απελπισία, η απογοήτευση, η οργή αυτών των νέων ανθρώπων που μας εμπιστεύθηκαν.
Καθώς συμπληρώνω 25 χρόνια στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο, θα μου επιτρέψετε να καταλήξω με όσα έμαθα τόσα χρόνια. Αυτή η χώρα όχι μόνο δεν στηρίζει την έρευνα, αλλά την υπονομεύει. Οχι μόνο δεν στηρίζει την αριστεία, αλλά την καταδιώκει. Οχι μόνο δεν εκτιμά την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά συστηματικά την απαξιώνει.
Αν έχετε ακόμα αμφιβολίες, περιμένετε να δείτε την αντίδραση σ’ αυτήν την κραυγή απελπισίας. Θα είναι και πάλι η σιωπή.
*Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.
Περισσότερες λεπτομέρειες για μία από τις έρευνες που επελέγησαν αλλά ματαιώθηκαν θα βρείτε εδώ: historyofideas.gr.

