Το ανέκδοτο το αφηγείται η ιστορικός του Χάρβαρντ, Τζιλ Λεπόρ, άρτι βραβευθείσα με το βραβείο Πούλιτζερ για το βιβλίο της «We The People», που αποτελεί μια ιστορία της συνταγματικής περιπέτειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Τόμας Τζέφερσον, λέει, ήταν χολωμένος. Είχε συντάξει με τα χεράκια του τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Κι έβλεπε τους συνέδρους στην πρώτη συντακτική συνέλευση του αγέννητου έθνους να κατακρεουργούν το πόνημά του, κόβοντας και ράβοντας, διαγράφοντας ολόκληρες παραγράφους (μία από αυτές καταδίκαζε το δουλεμπόριο και η απάλειψή της έμελλε να στοιχειώσει τη συμπολιτεία).
Τον 33χρονο τότε επαναστάτη έσπευσε να παρηγορήσει ο παλιός, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, που είχε τα διπλά του χρόνια και βάλε. Ο Φραγκλίνος θυμήθηκε μια ιστορία από τον καιρό που ήταν τυπογράφος. Ενας πιλοποιός ετοιμαζόταν να ανοίξει μαγαζί. Ζήτησε από ένα ζωγράφο (γραφίστα, θα τον λέγαμε σήμερα) να του σκαρώσει την επιγραφή. Θα έπρεπε να δείχνει ένα καπέλο και να γράφει «Τζον Τόμσον, Πιλοποιός, Φτιάχνει και Πωλεί Καπέλα τοις μετρητοίς». Ο Τόμσον ζήτησε τη γνώμη των φίλων του. Εκείνοι άρχισαν το κόψιμο. Και γιατί να λέει «πιλοποιός», αφού ακριβώς μετά εξηγούσε ότι πουλάει καπέλα; Προς τι ο πλεονασμός; Και γιατί να λέει κιόλας ότι τα φτιάχνει; Τι τον νοιάζει τον πελάτη ποιος τα φτιάχνει; Και τι χρειάζεται να λέει «τοις μετρητοίς», αφού κανείς δεν πουλούσε με πίστωση; Μήπως και το «καπέλα» ήταν περιττό, αφού θα φαινόταν στην ταμπέλα η εικόνα; Στο τέλος, έμεινε το καπέλο και σκέτη η επωνυμία «Τζον Τόμσον».
Αυτή η παραβολή για την ανηλεή συντακτική κομμωτική επί του κειμένου που καθόρισε την ιστορία της Δύσης στους δυόμισι αιώνες που ακολούθησαν, διατηρεί ακέραιη την επικαιρότητά της. Μην καπελώνετε τα Συντάγματά σας με πολλή πρόζα, θα έλεγε σήμερα ο πανεπιστήμων Φραγκλίνος. Μην τα παραγεμίζετε με συνθήματα του συρμού και πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής. Η επιτυχία ενός αναθεωρητικού εγχειρήματος δεν κρίνεται μόνο από το τι γράφουμε στις εισηγήσεις που εξυφαίνονται περισσότερο για να τέρψουν τα ώτα των κομματικών ακροατηρίων. Κρίνεται εξίσου και από το τι σβήνουμε. Το Σύνταγμα, όπως και κάθε κείμενο, για να καρποφορήσει, πρέπει να κλαδευτεί.
Τι έχουμε τώρα αντί του κλαδέματος; Ενα μπόλιασμα με βερμπαλισμούς κομματικής αυτοϊκανοποίησης. Να βάλουμε, λέει, στο Σύνταγμα την «προστασία, την καλλιέργεια και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας». Την «προστασία της ελληνικής σημαίας». Και γιατί μόνο αυτά; Γιατί να μην περιβάλουμε με κανονιστική περιωπή και άλλα εθνικά σύμβολα, όπως την αναγνώριση της Αλίκης Βουγιουκλάκη ως αθάνατης ελληνικής πρωταγωνίστριας; Γιατί να μη θωρακίσουμε και το status του Στέλιου Καζαντζίδη ως άφταστης ωδικής έκφρασης του έθνους; Γιατί να μη μετατρέψουμε το γραπτό θεμέλιο της Πολιτείας σε ένα «προφίλ» ανάρτησης διακηρύξεων, όπου θα προβάλλονται τα εφήμερα απωθημένα μιας πικραμένης κοινοβουλευτικής ομάδας; Ποια άλλη ανάγκη, πέραν της επούλωσης του τραυματισμένου φρονήματος των κυβερνητικών βουλευτών, μπορεί να εξυπηρετεί η ακατανόητη αναθεωρητική πρόταση για «θωράκιση του ρόλου του βουλευτή… και κατά την επικοινωνία με την εκλογική του περιφέρεια»;
Θα πει, κανείς, «σιγά». Το κείμενο, στο οποίο οι ώριμες αναθεωρητικές προτάσεις συμφύρονται με τα εφέ, δεν καταστρώθηκε για να διαρκέσει. Είναι προεκλογικής καύσεως. Είναι σαν εκείνη την πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή – υπουργού, που εξαπολύθηκε για να σβήσει.
Αν είναι να αλλάξουμε έτσι το Σύνταγμα, καλύτερα να το αφήσουμε ασκεπές. Χωρίς προεκλογικά καπέλα.
Πύργοι
Μοιάζει να προσγειώθηκε στο Σικάγο σαν κιβωτός ενός ξένου πολιτισμού. Ενας πύργος από γυμνό μπετόν χωρίς παράθυρα, στη μία πλευρά του οποίου το τσιμέντο σχηματίζει ένα απόσπασμα από την ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα, στη Σέλμα της Αλαμπάμα το 2015. Ναι, ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος ασχολήθηκε ενεργά με τον σχεδιασμό του κτιρίου που θα στεγάζει από τις 19 Ιουνίου το «Obama Presidential Center». Σαν κάποιος που έχει επίγνωση ότι είναι καταδικασμένος να συνομιλεί με την Ιστορία, ο Ομπάμα ταλαιπώρησε, λέει, πολύ τους αρχιτέκτονες. Τους ζητούσε επιτακτικά να είναι πιο τολμηροί. Και προϊόν αυτής της παρότρυνσης είναι ένα κτίριο που μνημειώνει τα λόγια του ιδίου – αποτύπωση της αυτοπεποίθησής του πως ό,τι έχει πει, αξίζει να σκαλιστεί στην πέτρα. Αξίζει να μείνει επί λέξει στους αιώνες. Και τι θα αποκριθούν οι αιώνες; Ισως ότι σε μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές στα 250 χρόνια της αμερικανικής δημοκρατίας, ο πιο χαρισματικός πρόεδρός της στην αυγή του 21ου αιώνα ακκιζόταν, θέλοντας να υψώσει τη ρητορική του στον ουρανό. Θέλοντας να θεμελιώσει έναν ειδωλολατρικό ναό, όπου το είδωλο θα ήταν ο ίδιος.

