«Αυτά έτσι γίνονται στην Ελλάδα»

5' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μα, δεν μένουμε Ευρώπη; Ρητορικού σαρκασμού το ερώτημα και καθόλου πρωτότυπο, ρητορικής έπαρσης η απάντηση, επίσης καθόλου πρωτότυπη: Μα, φυσικά, μένουμε και παραμένουμε. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Είναι πλήρης μια Ευρώπη χωρίς εμάς; Οχι βέβαια. Αυτό το ήξεραν και οι ιθύνοντές της, γι’ αυτό και έκαναν ότι δεν βλέπουν πως δεν πληρούμε επακριβώς τις προϋποθέσεις όταν μας υποδέχτηκαν στην ΕΟΚ και στην ΟΝΕ. Σαν μερική αποζημίωση για την τεράστια οφειλή τους απέναντί μας.

Μήπως εμείς δεν χαρίσαμε το ωραίο όνομα στην εν πολλαίς αμαρτίαις γηράσασα ήπειρο; Εμείς δεν δωρίσαμε στους Ευρωπαίους, στον κόσμο όλον, τους όρους που ονοματίζουν τα πιο λαμπρά επινοήματα του ανθρώπινου μυαλού, τη δημοκρατία, την ποίηση, το θέατρο, τη φιλοσοφία, την οικονομία, τους Ολυμπιακούς; Οταν εμείς διά των παππούδων μας πλάθαμε τέτοιους λαμπρούς όρους και τους πραγματώναμε, οι δικοί τους παππούδες μάλωναν για το πού είναι ασφαλέστερος ο βίος τους, πάνω στα δέντρα ή μέσα σε σπηλιές.

Η δική μας γλώσσα δεν έγινε η σπονδυλική στήλη των δικών τους ισχνών κωδίκων επικοινωνίας; Κι όταν θέλουν να νιώσουν άνθρωποι, επιτέλους, στο δικό μας απαράμιλλο φως και στις δικές μας ασυναγώνιστες θάλασσες δεν τρέχουν να λουστούν κάθε καλοκαίρι; Και τους Ολυμπιακούς; Ποιος τους έμαθε τους Ολυμπιακούς και την ευγενή άμιλλα;

Ετσι αχάριστοι που είναι όλοι τους, όμως, διαχρονικά, τίποτε δεν αναγνωρίζουν. Ούτε τα αναμφίλεκτα πολιτισμικά μας πρωτεία ούτε το διαιώνιο χρέος τους απέναντί μας, που δεν μειώνεται με τα σποραδικά καλοπιάσματα και τις κολακείες τους. Και αντί να σκεφτούν πως ήρθε πια ο καιρός να μας δίνουν ένα πενηνταράκι –έστω, μονάχα ένα λεπτό– κάθε φορά που οι πολιτικοί τους, οι συγγραφείς, οι δημοσιογράφοι, οι καλλιτέχνες, οι αθλητές, οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί τους χρησιμοποιούν λέξη ελληνικής κοπής (πανεύκολα θα τις μετρούσε η τεχνητή νοημοσύνη και θα ‘βγαζε λογαριασμό), αυτοί οι ασεβείς, πατροκτόνοι και μητροκτόνοι ταυτόχρονα, μας κόβουν πρόστιμα, τάχα πατήσαμε τον έναν ή τον άλλο νόμο τους και αφεθήκαμε ενθουσιωδώς στη διαφθορά. Ή μας τραβάνε το αυτί, τάχα πως μετρήσαμε λάθος τα αιγοπρόβατά μας, τάχα πως τα πολιτογραφήσαμε αλλού ‘ντ’ αλλού. Μα, επιτέλους, ποιος τους έμαθε τα mathematics και την geography;

Τέτοια κι άλλα τέτοια υποστυλώνουν την –ετοιμόρροπη πάντως– υπερασπιστική γραμμή μας απέναντι στην Ε.Ε., όποτε κάποιος από τους θεσμούς της, το Ευρωκοινοβούλιο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, το Ευρωδικαστήριο, ακόμα και ο Frontex, έχουν να πουν κάτι πικρό και στενάχωρο για εμάς. Και δεν πρόκειται για «αντεπιχειρήματα», για απαντήσεις στις εις βάρος μας εγκλήσεις και κατηγορίες, τα οποία κυκλοφορούν αποκλειστικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανυπόγραφα ή ψευδωνύμως υπογεγραμμένα από τύπους που «τους πνίγει το δίκιο»· όχι καλά και σώνει μισθοδοτούμενους, μια και οι «ελληνάρες» και οι «εθνικάρες» έχουν γεμίσει μετερίζια το Διαδίκτυο.

Μη μας χαλάτε τη ζαχαρένια, λένε στους Ευρωπαίους τιμητές μας όσοι κηρύσσουν από το ύψος της επιπολαιότητάς τους πως «η Ελλάδα είναι ζάχαρη». Εμείς εδώ έτσι το ’χουμε, έτσι πάει το πράμα από γενιά σε γενιά, ρουσφέτι και ψήφος, κομπίνα και εθελοτυφλία, εκλογές και πελατεία.

Δεν πρόκειται για «παραπονεμένα λόγια» και γκρινιάρικα που τα προωθούν αφανείς πλην προφανώς χρηματοδοτούμενοι κυβερνητικοί ή κομματικοί μηχανισμοί. Τα εξαπολύουν από τα τηλεοπτικά πορτοπαράθυρα νυν και πρώην υπουργοί ή βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος και των εκ δεξιών και ακροδεξιών συνενοίκων του στην περίφημη πολυκατοικία. Είναι κι αυτό ένα πρόβλημα πάντως, και της δημοκρατίας και της Νέας Δημοκρατίας: τον ιδεολογικό πόλεμο (ο Θεός να τον κάνει) από την τηλεόραση και τις διαδικτυακές πλατφόρμες, αλλά και από εφημερίδες και ιστοσελίδες, τον δίνουν κυρίως «τα παιδιά του Καρατζαφέρη». Αν δεν τους ενοχλεί εκεί στο κυβερνών κόμμα και στου Μαξίμου, κακό του κεφαλιού τους. Αλλά κακό και για τον τόπο γενικότερα, έτσι όπως διολισθαίνει –σε πολλά και ποικίλα ζητήματα– σε άκρως συντηρητικές ή και καθαρά ακροδεξιάς εμπνεύσεως απόψεις και πρακτικές.

Ο μείζων υπερασπιστικός ισχυρισμός, πάντως, όσων έχουν αναλάβει τη διακίνηση του σεναρίου «Ναι, μένουμε Ευρώπη, αλλά με τους όρους μας και τις ιδιοτροπίες μας», κραδαίνει σαν ακλόνητο άλλοθι την «παράδοσή» μας, την κοινωνικοπολιτική προϊστορία μας, την κληρονομημένη «ιδιαιτερότητά» μας, και μάλιστα όχι από τον Δεληγιάννη αλλά από τον Περικλή. Στύβοντας στο διανοητικό τους μιξεράκι διάφορα απαξιωτικά δόγματα που κυκλοφορούν από παλιά, το «Αυτή είναι η Ελλάδα», π.χ., το «Στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς» ή το «Τι τα θες, Ρωμαίικο είν’ αυτό», αναποδογυρίζουν τελικά το περιεχόμενό τους και τα αισθήματα που κανονικά απορρέουν από αυτό. Κι έτσι, αντί μελαγχολίας για την κατάντια δηλώνουν περηφάνια, αντί λύπης έπαρση, αντί ντροπής καμάρι. Και αντί αιδήμονος περίσκεψης προκύπτει αχάλινη ανοησία.

Μη μας χαλάτε τη ζαχαρένια, λένε στους Ευρωπαίους τιμητές μας όσοι κηρύσσουν από το ύψος της επιπολαιότητάς τους πως «η Ελλάδα είναι ζάχαρη». Εμείς εδώ έτσι το ‘χουμε, έτσι πάει το πράμα από γενιά σε γενιά, ρουσφέτι και ψήφος, κομπίνα και εθελοτυφλία, εκλογές και πελατεία. Και να θέλαμε να τ’ αλλάξουμε, που δεν θέλουμε, δεν θα τα καταφέρναμε, έχουν παγιωθεί, είναι η ίδια η μοίρα μας. Την παράδοσή τους πρέπει να τη σέβονται οι λαοί, αλλιώς χάνουν τη συνοχή και τη συνέχειά τους, χάνουν τον μπούσουλα που τους παρέδωσαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, ξεπέφτουν σε δικαιωματισμούς, σε γουόκ ατζέντες και λοιπά αμαρτωλά, διαλύονται.

Εκείνες οι «χρόνιες παθογένειες» που λένε όσοι υποκρίνονται ότι τις πολεμούν, είναι συστατικό της παράδοσής μας, αξιοσέβαστο και αξιοτίμητο. Αυτές είναι η κουλτούρα μας, κι όχι τα κουλτουριάρικα περί ισοτέλειας και αξιοκρατίας. Χρόνια παθογένεια είναι το βύσμα, το δόντι, ο ημετερισμός, το μέσον, ο μπάρμπας στην Κορώνη και ο νουνός στη Μεθώνη. Και λοιπόν; Αν δεν ανταποκριθείς στο αίτημα του πελάτη, στην αξίωσή του, αν δεν του κάνεις το χατίρι, αν του πεις «δεν γίνονται πια αυτά, μας βλέπουν οι Βρυξέλλες», πάει, τον έχασες. Κι έχασες και τη δική του ψήφο και της οικογένειάς του. Τι να το κάνεις το κράτος, αν δεν μπορείς να το τεμαχίσεις σε εδώδιμα κομματάκια για να τα μοιράσεις «στα δικά μας παιδιά»;

Εντάξει, και οι απευθείας αναθέσεις μια χρόνια παθογένεια είναι, αλλά είπαμε, αυτό κρατάει από τον Περικλή, που ανέθεσε τον Παρθενώνα στον Φειδία, στον Ικτίνο και στον Καλλικράτη χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Και οι στενές σχέσεις κυβέρνησης και Δικαιοσύνης, και αυτές χρόνια παθογένεια είναι, από τις «πιο χρόνιες» μάλιστα, γι’ αυτό και δουλεύει άριστα επί υποκλοπών, Τεμπών και άλλων τινών. Κι άσ’ τους να μηρυκάζουν τα γνωστά περί Τερτσέτηδων και Πολυζωίδηδων οι ελαφρόμυαλοι με τη βελόνα τους κολλημένη στο «κράτος δικαίου», αυτοί που πίνουν νερό στο όνομα της Λάουρα Κοβέσι. Μιας Ρουμάνας, μιας σποράς του Τσαουσέσκου, ήμαρτον, Κύριε. Και τι μας είπε κι αυτή στους Δελφούς, τάχαμ δήθεν Πυθία; Μας είπε ότι «δεν δέχεται τη νοοτροπία ότι “έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα”». Και λοιπόν; Τη ρωτήσαμε;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT