Ποιος δικαιούται να ομιλεί για την Ιστορία

4' 8" χρόνος ανάγνωσης

Δίστομο, 11 Ιουνίου 2017. Επέτειος της σφαγής εκατοντάδων αμάχων από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής. Η ώρα της κατάθεσης των στεφάνων. Φτάνει η σειρά του πρέσβη της Γερμανίας. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου σηκώνεται, στέκεται μπροστά του εμποδίζοντάς τον και εκτοξεύει –στα αγγλικά– την κατηγορία: «Δεν έχετε δικαίωμα». Στην πρώτη σειρά των επισήμων, στη γνωστή λευκή πλαστική καρέκλα, κάθεται ο υπέργηρος Μανώλης Γλέζος. Σηκώνεται απηυδισμένος, παρακάμπτει την όρθια Κωνσταντοπούλου, δίνει το στεφάνι στον πρέσβη, τον οδηγεί από το χέρι στο μνημείο, στέκεται στο πλευρό του και τον χειροκροτεί. Ο Γλέζος ήταν σφοδρός επικριτής της γερμανικής πολιτικής στα χρόνια της κρίσης και είχε κεντρικό ρόλο στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Τη στιγμή όμως εκείνη, με τη ενέργειά του, απάντησε στο ερώτημα του αν το γερμανικό κράτος έχει το δικαίωμα –ή μάλλον κυρίως την υποχρέωση– να ζητήσει συγγνώμη.

Σκέφτομαι ότι υπάρχει εδώ κάτι βαθιά πολιτικό. Η διεκδίκηση της αναγνώρισης των εγκλημάτων της ναζιστικής Κατοχής ήταν συγκροτητικό στοιχείο της μεταπολεμικής Αριστεράς απέναντι σε μια ελληνική πολιτεία που καταπίεζε τη μνήμη της Αντίστασης και ένα γερμανικό κράτος που προσποιείτο ότι «δεν τρέχει και τίποτα». Και ο αγώνας –πολιτικός και ιστοριογραφικός– ενάντια στην επιβεβλημένη αμνησία είχε εντέλει θετικά αποτελέσματα. Οι όροι της συζήτησης έχουν αλλάξει, δίχως να σημαίνει ότι η συζήτηση έχει κλείσει. Τα όσα ακολούθησαν την ανακάλυψη των φωτογραφιών της Καισαριανής –με τις κατάμεστες αίθουσες εκδηλώσεων και το έντονο δημόσιο ενδιαφέρον για τα ίδια τα τεκμήρια, αλλά και ευρύτερα τις πολιτικές της μνήμης– υπογραμμίζουν τη διάσταση αυτή: η γενιά της Αντίστασης μας έχει εγκαταλείψει βιολογικά, το αίτημα της έμπρακτης αναγνώρισής της –και ποιο είναι το περιεχόμενο της αναγνώρισης– εξακολουθεί να μας συνοδεύει.

Και να παράγει συγκρούσεις γύρω από το βασικό ερώτημα: Ποιος δικαιούται να ομιλεί. Διαβάζω τα καταγγελτικά κείμενα που οδήγησαν στην ακύρωση της εκδήλωσης του Friedrich Ebert Stiftung για τις φωτογραφίες της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής από τις γερμανικές αρχές Κατοχής. Το πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η απουσία κάθε αναφοράς σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια: ότι οι κύριοι ομιλητές στην εκδήλωση θα ήταν δύο ιστορικοί που έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάδειξη του θέματος, στην τεκμηρίωση των φωτογραφιών και στην πλούσια δημόσια συζήτηση για τις πολιτικές της μνήμης της δεκαετίας του 1940 – ο Βαλεντίν Σνάιντερ και ο Ιάσονας Χανδρινός. Δεν ξέρω αν ανήκουν –όπως και άλλοι που έχουν βάλει πλάτη στην υπόθεση– στον «εσμό των κομματικών και παρακομματικών ιστορικών» που απαξίωνε πρόσφατα ο Στάθης Καλύβας, αλλά ξέρω ένα πράγμα: ότι είναι η δουλειά τους αυτή που δίνει την απάντηση στην αιωρούμενη κατηγορία ότι εξελίσσεται μπροστά μας ένα σκοτεινό σχέδιο με στόχο τη σχετικοποίηση της ναζιστικής πολιτικής στη χώρα μας.

Η επιστημονική εγκυρότητα των ιστορικών φαντάζει, όμως, δευτερεύουσα μπροστά σε μια ετερογενή επιχειρηματολογία που συγκλίνει σε ένα σημείο: όσοι αποδέχονται και συνομιλούν με γερμανικούς θεσμούς εξυπηρετούν την «αναθεώρηση» της Ιστορίας. Ο φόβος της «αναθεώρησης» διά της εξαγοράς συνειδήσεων –για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους– διατρέχει το πολιτικό φάσμα και καταλήγει σε διάφορες παραλλαγές στη στοχοποίηση των κάθε λογής «εθνομηδενιστών». Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, έχει ένα προβληματάκι: παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις για τη διαβρωτική επίδραση των γερμανικών χρηματοδοτήσεων, δεν έχει εμφανιστεί στη χώρα μας εκείνη η «αναθεωρητική» ιστορική αντίληψη που αμφισβητεί ή έστω υποβαθμίζει τη βιαιότητα της γερμανικής Κατοχής. Αντιθέτως, είναι ακριβώς η ιστορική αναθεώρηση –η αμφισβήτηση δηλαδή των πολλαπλών ταμπού του παρελθόντος– που διευρύνει τη συζήτηση σε καταχωνιασμένα πεδία –όπως το Ολοκαύτωμα, η συνεργασία με τους κατακτητές και η ταξική διάσταση της Κατοχής– και εντέλει διεκδικεί μια συμπεριληπτική αφήγηση του παρελθόντος, όπου έχουν θέση τόσο οι εκτελεσμένοι από τα ναζιστικά στρατεύματα κομμουνιστές της Καισαριανής, όσο και οι εκτελεσμένοι από το ελληνικό κράτος κομμουνιστές του Επταπυργίου. Ας κρίνουμε, λοιπόν, τους ιστορικούς για τη δουλειά τους και όχι μέσα από τη βεβαιότητα ότι είναι άβουλα πιόνια ή έμμισθοι πράκτορες των όποιων σκοτεινών δυνάμεων έχουμε στο κεφάλι μας.

Προφανώς η Ιστορία –και ειδικά η τραυματική στο σύνολό της δεκαετία του 1940– είναι ένα πεδίο πολλαπλών συγκρούσεων. Και έτσι πρέπει να είναι. Γιατί την ίδια στιγμή που αφορά το παρελθόν, αφορά και το περιεχόμενο της δημοκρατίας μας και τη συγκρότηση της συλλογικής μας συνείδησης και μνήμης. Στο σημείο αυτό πιστεύω ότι έγκειται και το κύριο σφάλμα των οργανωτών της εκδήλωσης. Η απόφασή τους για μια συζήτηση με αυτό το θέμα θα έπρεπε να θεωρεί αυτονόητη και θα –τολμούσα να πω– ευπρόσδεκτη την αντιπαράθεση. Ετσι οικοδομούνται οι σχέσεις. Οχι με την καταπίεση ή την απάλειψη του τραυματικού παρελθόντος –η επιλογή που βαραίνει τις μεταπολεμικές γερμανικές κυβερνήσεις–, όχι με μισόλογα και, φυσικά, όχι με την αναδίπλωση μπροστά στις εύλογες ή παράλογες αντιδράσεις. Γιατί αυτή η επιλογή είναι σαν να δικαιώνει την καταγγελία ότι η εκδήλωση είχε απώτερους στόχους διαφορετικούς από αυτούς που είχε εξαγγείλει. Αν θέλουμε να συζητήσουμε, και κυρίως όταν ξέρουμε ότι η πλευρά που εκπροσωπούμε οφείλει να απολογηθεί στην πράξη, θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι και να τα «ακούσουμε». Μόνο έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μας ενδιαφέρει η ουσία της υπόθεσης: η κατανόηση και η αναγνώριση, δηλαδή, του τραύματος σε βάθος.

*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT