Μας χωρίζουν 14 χρόνια από τη δημιουργία του πρώτου κόμματος που βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στα social media. Το εξαφανισμένο πια κόμμα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων ορθώς ονομάστηκε το πρώτο ελληνικό κόμμα που φτιάχτηκε στο Facebook το 2012. Ηταν τα χρόνια των μνημονίων, των Αγανακτισμένων, της εποχής που η πολιτική αντισυστημικότητα αποκτούσε πλειοψηφικά και πολυσυλλεκτικά χαρακτηριστικά. Ηταν η εποχή που οι πολιτικοί πετούσαν τις γραβάτες και διαγωνίζονταν σε πολιτικά ανορθόδοξη μέχρι εκείνη την εποχή ρητορική. Ο Πάνος Καμμένος υπήρξε φυσιογνωμία παραδειγματική και προφητική πολλών απ’ όσα προέκυψαν εντός συνόρων αλλά και εκτός, με την κυριαρχία του τραμπισμού και παρεμφερών φαινομένων.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς τι χαρακτηριστικά θα είχε πάρει η αντιμνημονιακή κινητοποίηση και πολιτική της εκπροσώπηση χωρίς τα social media. Ολες οι μελέτες καταδεικνύουν ότι η πόλωση, ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία πολλαπλασιάζονται και διαχέονται ανεμπόδιστα εξαιτίας των νέων μέσων και της δημόσιας σφαίρας που αναπτύσσεται παράλληλα με τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν από τις αρχές του 21ου αιώνα. Η κοινωνική αβεβαιότητα και δυσφορία, που πολύμορφα εκφράζεται την εποχή των πολλαπλών μεγάλων κρίσεων (οικονομικών, κλιματικών, υγειονομικών, πολεμικών), βρίσκει ιδανικούς διαύλους διάχυσης και ισχυροποίησης μέσω των social media. Πολλοί έχουν αρχίσει να μιλούν για τον «αλγοριθμικό λαϊκισμό», για εκείνη δηλαδή την πολιτική τάση που σχετίζεται όχι μόνο με τη γνωστή διάκριση (αγαθός) λαός – (διεφθαρμένη) ελίτ, αλλά και το γεγονός ότι η ψηφιακή επικοινωνία μέσα από τη δημιουργία μιας κατακερματισμένης και αυτοαναφορικής δημόσιας σφαίρας, αποτελεί γενεσιουργό (και όχι μόνον ενισχυτικό) παράγοντα του πολιτικού αυτού μανιχαϊσμού.
Ειδικότερα στην ελληνική περίπτωση, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι αυτός που θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως δεξιός αντισυστημισμός ή λαϊκισμός, έχει έντονη διασύνδεση με το πεδίο επικοινωνίας που οριοθετούν τα νέα ψηφιακά μέσα. Τόσο σε επίπεδο «βάσης» όσο και σε επίπεδο ηγεσίας, η χρήση των social media και η παράκαμψη ή και η ρητή απαξίωση των παραδοσιακών μέσων επικοινωνίας φαίνεται να είναι ένα σημαντικό προσδιοριστικό στοιχείο του. Ο δεξιός αντισυστημισμός εκτός από μια επίμονη επιστροφή σε παραδοσιακές αξίες, όπως πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία, επιδεικνύει και μια εκ πρώτης όψεως αντιφατική εξοικείωση με τη νέα τεχνολογία, αλλά και συγκεκριμένες εκφάνσεις της δημοφιλούς κουλτούρας που φέρουν μια tabloid αισθητική.
Από τον Πάνο Καμμένο, τον Κυριάκο Βελόπουλο μέχρι τη νέα αναφυόμενη φυσιογνωμία του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου Μαρία Καρυστιανού, η αποτελεσματική χρήση των media –και ειδικά των μη συμβατικών (διαδικτυακών ή τηλεοπτικών)– αποτελεί κρίσιμο «χάρισμά» τους. Η αξιοποίηση από μέρους της αντισυστημικής Δεξιάς του χρυσού τριπλού κανόνα της tabloid υφολογίας –σκανδαλοθηρία, δραματοποίηση, προσωποποίηση– δεν είναι μόνον αξιοπρόσεκτη, αλλά συχνά θολώνει ή και υπερβαίνει τη σημασία των συντηρητικών ή και αντιδραστικών ιδεολογικών αναφορών τους. Δεν είναι δηλαδή μόνον ο εθνικιστικός ή αντιμεταναστευτικός οίστρος, η υπεράσπιση πατροπαράδοτων έμφυλων ρόλων, η αναχρονιστική επαναφορά του ζητήματος των αμβλώσεων κ.ά. που προσδιορίζουν τους επίδοξους εκφραστές της αντισυστημικής Δεξιάς. Είναι μια ολόκληρη κωδικοποίηση συγκεκριμένων lifestyle αναφορών που καταφέρνουν να περνούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα, κυρίως μέσα από τα social media, στην οποία επενδύεται εμμέσως πλην σαφώς πολιτικό νόημα διαφορετικής τάξης από έναν απηρχαιωμένο συντηρητισμό.
Δυστυχώς, η μελέτη που έχει γίνει γύρω από αυτούς τους νέους κώδικες πολιτικότητας που εκπέμπονται μέσα από τα social media είναι ακόμη περιορισμένη, αλλά ήδη έχει επισημανθεί ότι ζητήματα που αφορούν την υγεία (π.χ. αντιεμβολιασμός), τη φιλοζωία, το περιβάλλον, τη διατροφή (κρεατοφαγία-χορτοφαγία) γίνονται κομβικά στις νέες ιδεολογικές οριοθετήσεις. Στην ελληνική περίπτωση, κρίσιμη προσθήκη θα μπορούσε να είναι το ζήτημα της μητρότητας και των διάφορων τρόπων που έχει πολιτικοποιηθεί τα χρόνια των συνεχών κρίσεων. Ζητήματα που κατ’ αρχήν αφορούν περισσότερο το άτομο και τον ιδιωτικό βίο, αλλά που σταδιακά λαμβάνουν μεγάλη αξία στον δημόσιο λόγο και στα οποία ο δεξιός αντισυστημισμός έχει συνήθως πιο ξεκάθαρες θέσεις και εικόνες να επικαλεστεί.
Ισως άλλωστε αυτό να είναι και το σημαντικότερο που πρέπει να προσέξουμε στη σχέση μεταξύ social media και νέων πολιτικών προσώπων ή φορέων που έρχονται να εκπροσωπήσουν αυτόν τον χώρο. Γιατί μπορεί οι πρωταγωνιστές να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται σχετικά εύκολα (το αρχικό παράδειγμα τον Ανεξαρτήτων Ελλήνων είναι χαρακτηριστικό), αλλά ο τρόπος του επικοινωνείν και πολιτεύεσθαι παραμένει αρκετά σταθερός. Σε αυτό βεβαίως συμβάλλει ο βασικός κοινωνικός παράγοντας που καλλιεργεί ευνοϊκές συνθήκες πολιτικού συντηρητισμού πέρα από την όποια διαμεσολάβησή του. Το γεγονός, δηλαδή, ότι σημαντικά κοινωνικά (ιδίως μεσαία) στρώματα αισθάνονται οι παραμελημένοι του οικονομικού εκσυγχρονισμού, το ανάχωμα στην πολιτισμική και ταυτοτική ρευστότητα, οι διαδικτυακοί μαχητές κάθε μεταϋλιστικής, φιλελεύθερης, κοσμοπολίτικης νόρμας. Οι υπερασπιστές μιας μπανάλ (κοινότοπης) και λαϊκής (underdog) πραγματικότητας.
*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

