Μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση χωρίς πελατειακές σχέσεις; Η καθημερινή λειτουργία της δημοκρατίας συχνά δίνει την αντίθετη εντύπωση, αλλά αυτό οφείλεται σε μια σύγχυση δύο διαφορετικών πραγμάτων που στη βιβλιογραφία διαχωρίζονται ως constituency service και vote buying. Η επίλυση προβλημάτων και η διαμεσολάβηση με τη διοίκηση είναι συνυφασμένες με τον ρόλο του βουλευτή. Δύσκολα φαντάζεται κανείς έναν Βρετανό βουλευτή χωρίς τις καθιερωμένες ώρες επαφής («surgeries») με τους ψηφοφόρους του. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες απευθύνονται στους εκπροσώπους τους για ζητήματα όπως συντάξεις ή βίζες και η ανταπόκριση δεν εξαρτάται από το αν τους ψήφισαν. Δίπλα σε αυτό όμως υπάρχει ένα διαφορετικό φαινόμενο: η εξαγορά ψήφων και τα ρουσφέτια, δηλαδή η επιλεκτική παροχή οφελών με αντάλλαγμα πολιτική στήριξη. Η διάκριση έχει σημασία: στη μία περίπτωση ενισχύεται η εκπροσώπηση, ενώ στην άλλη δημιουργούνται σχέσεις εξάρτησης που τη διαβρώνουν.
Ιστορικά, βεβαίως, τα όρια δεν ήταν πάντα καθαρά. Στις απαρχές του κοινοβουλευτισμού, τα κόμματα λειτουργούσαν περισσότερο ως μηχανισμοί κινητοποίησης ψηφοφόρων παρά ως φορείς ιδεολογίας. Στη Νέα Υόρκη, η περίφημη μηχανή του Tammany Hall μοίραζε δουλειές, άδειες και τρόφιμα σε αντάλλαγμα για ψήφους. Με την επέκταση της καθολικής ψήφου και την είσοδο των μαζικών κομμάτων, η πολιτική σύγκρουση απέκτησε προγραμματικό περιεχόμενο. Οι μεγάλες διαιρετικές τομές, μαζί με την εισχώρηση του κράτους σε όλο και περισσότερες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μετατόπισαν σταδιακά το κέντρο βάρους της πολιτικής από την προσωπική εξάρτηση προς την ιδεολογική ταύτιση.
Το πέρασμα αυτό όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως. Ο λόγος είναι απλός: κόμματα και υποψήφιοι επιδιώκουν να κερδίσουν εκλογές και κάθε ψήφος μετράει. Οπου οι θεσμοί είναι αδύναμοι ή η πρόσβαση σε δημόσιους πόρους μπορεί να ελεγχθεί επιλεκτικά, δημιουργούνται ισχυρά κίνητρα για ρουσφέτια. Χαρακτηριστική είναι η μελέτη της Μίριαμ Γκόλντεν, που δείχνει ότι τα κρούσματα διαφθοράς αυξάνονται εκεί όπου ο ανταγωνισμός εντός του ιδίου κόμματος είναι πιο έντονος. Σε συστήματα με ανοικτές λίστες, οι υποψήφιοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για σταυρούς· σε κλειστές λίστες, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται στη θέση στη λίστα. Το κίνητρο παραμένει το ίδιο: η ατομική πολιτική επιβίωση γεννάει διαφθορά. Το αποτέλεσμα είναι κακό όχι μόνον επειδή δημιουργεί ζητήματα δικαιοσύνης, αλλά και επειδή είναι αναποτελεσματικό: οι πόροι κατανέμονται με βάση πολιτικές ανταλλαγές και όχι με βάση το συλλογικό συμφέρον.
Πού, λοιπόν, είναι πιθανότερο να συναντήσουμε ακόμη και σήμερα πελατειακές πρακτικές; Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη προσφέρει μια λεπτότερη εικόνα. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι η ψήφος είναι μυστική. Πώς μπορεί ένας πολιτικός να «αγοράσει» μια ψήφο αν δεν μπορεί να ελέγξει αν ο ψηφοφόρος τήρησε τη συμφωνία; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα τρίτο πρόσωπο: τους μεσάζοντες, τους λεγόμενους brokers. Πρόκειται για τοπικούς παράγοντες που γνωρίζουν προσωπικά τους ψηφοφόρους, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις τους. Επιλέγουν ποιον θα προσεγγίσουν, τι θα του προσφέρουν, και διασφαλίζουν –μέσω επαναλαμβανόμενων σχέσεων και προσδοκιών μελλοντικής ανταμοιβής– ότι η ανταλλαγή θα τηρηθεί.
Οπου η κρατική ικανότητα είναι περιορισμένη και η πρόσβαση στους δημόσιους πόρους περνάει μέσα από διαμεσολαβητές, τέτοια δίκτυα ευδοκιμούν. Αντιθέτως, όπου οι υπηρεσίες είναι απρόσωπες, καθολικές και προβλέψιμες, η ανάγκη για μεσάζοντες υποχωρεί.
Οι σχέσεις αυτές δεν είναι στιγμιαίες, αλλά διαρκείς. Δεν πρόκειται για απλή «αγορά» ψήφου, αλλά για πλέγμα αμοιβαίων εξαρτήσεων. Ο ψηφοφόρος εξαρτάται από τον μεσάζοντα για πρόσβαση σε πόρους· ο μεσάζων από τον πολιτικό για να συνεχίσει να τους παρέχει· και ο πολιτικός από τον μεσάζοντα για να κινητοποιεί ψηφοφόρους. Με άλλα λόγια, η λογοδοσία αντιστρέφεται: οι πολιτικοί λογοδοτούν στα δίκτυα που τους φέρνουν ψήφους και οι πολίτες σε εκείνους που τους εξασφαλίζουν πρόσβαση στο κράτος.
Αυτό εξηγεί και γιατί ο πελατειασμός δεν είναι απλώς «κακή κουλτούρα», αλλά συνδέεται με τη δομή του ιδίου του κράτους. Οπου η κρατική ικανότητα είναι περιορισμένη και η πρόσβαση στους δημόσιους πόρους περνάει μέσα από διαμεσολαβητές, τέτοια δίκτυα ευδοκιμούν. Αντιθέτως, όπου οι υπηρεσίες είναι απρόσωπες, καθολικές και προβλέψιμες, η ανάγκη για μεσάζοντες υποχωρεί.
Ενα παράδειγμα κοντά μας. Η Δυτική Μακεδονία, μέχρι τον ερχομό των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, ταλανιζόταν από το ευρύτατα διαδεδομένο φαινόμενο της ληστείας. Η απουσία του κράτους, ιδίως στις ορεινές περιοχές, άφηνε τον πληθυσμό εκτεθειμένο στους ληστές. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ληστές δεν ήταν απλώς «οι κακοί» της ιστορίας· το αντίθετο. Λαϊκά μυθιστορήματα και φολκλόρ εξιδανίκευαν τη ληστεία και τους ήρωες-ληστές. Ο ερχομός των προσφύγων συνδυάστηκε με μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους. Η ληστεία πατάχθηκε – και, μαζί της, έφυγαν από την εικόνα και οι «ήρωες-ληστές», που αντικαταστάθηκαν από νέα ηρωικά πρόσωπα. Κουλτούρα και θεσμοί, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα, πάνε μαζί.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

