Μην τον φοβάσαι. Δεν θα πάθει τίποτε. Μπορεί να είναι ριγμένος σε μια ξένη πόλη, που την επισκέφτηκε μόνο για λίγες φορές στη ζωή του. Μπορεί να τον κάρφωσαν εκεί, «μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου», ενώ εκείνος προτιμούσε το «μονήρες σπίτι» του. Μπορεί να τον πλησιάζει ο πας άσχετος, για να καθίσει δίπλα του και να σαχλαμαρίσει, να φωτογραφηθεί και να τον «αναρτήσει», αλλά μην τον φοβάσαι. Εκείνοι που μερίμνησαν για τη σμίλευσή του και τον εξέθεσαν στον τουριστικό χείμαρρο της πόλης διαβεβαιώνουν ότι τον κατασκεύασαν «από χαλκό με πατίνα υψηλής αντοχής για εξωτερικό χώρο».
Ο καινούργιος μπρούντζινος Καβάφης στην αρχή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, απέναντι από την πύλη του Αδριανού, πίσω από τη μαρμάρινη Μελίνα, θα αντέξει. Δεν θα τον φθείρουν οι βροχές και οι ανελέητοι αθηναϊκοί καύσωνες, ούτε θα τον ραγίσουν εσωτερικώς τα απανωτά αγοραφοβικά σοκ που θα του προκαλέσουν τα στίφη από ινσταγκραμικούς εφαψίες. Η στάση του στο ανάκλιντρο είναι σκοπίμως, λέει, «προσβάσιμη». Αλλά παρά τις ακατάπαυστες προσβάσεις που θα υποστεί, το υλικό του δεν θα του επιτρέψει να λυγίσει.
Αλλωστε, αυτός που από προχθές κάθεται εκεί δεν είναι ο ποιητής. Είναι ένα «νέο τοπόσημο», πλαισιωμένο από τα «αναδιαμορφωμένα παρτέρια» και τα «βελτιωμένα δάπεδα». Ενα αξιοθέατο ιδιωτικής φύτευσης, που συνεχίζει τον αισθητικό αποικισμό του δημόσιου χώρου, υποκλέπτοντας την όψη του ποιητή.
Ετσι έπρεπε να γίνει. Το καβαφόμορφο αξιοθέατο και τα παρτέρια του ταιριάζουν καλύτερα στη ζωή της πόλης, από την ανάρτηση των στίχων του σε τοιχογραφίες και λεωφορεία. Τα κείμενα δεν προσφέρονται για φωτογράφιση. Το άγαλμα, μαζεμένο σε μια ακρούλα και τρομαγμένο, σαν να ξέρει τι το περιμένει, είναι αρμονικότατα ενταγμένο στη νέα Αθήνα – στην πόλη-«προορισμό», όπου ακόμη και ο «αστικός ιστός» προορίζεται για να καταναλωθεί σοσιαλμιντιακά, για να χρησιμοποιηθεί ως υλικό σκηνογράφησης δημοσιεύσιμων «εμπειριών».
Οποιος αισθάνεται ότι αυτή η χρήση του αναπαριστάμενου προσώπου συνιστά κάποιου είδους σύληση θα κατηγορηθεί ως μίζερος και οπισθοδρομικός. Ο αναπαριστάμενος που «αισθηματοποίησε» τον μικρόκοσμό του –και έτσι ύφανε το δικό μας αισθητήριο για να υποδεχόμαστε τον κόσμο στην «ελληνική λαλιά»– δεν πρέπει, θα πουν, να είναι άυλο σύμβολο, κλεισμένο σε πνευματική σαρκοφάγο. Πρέπει να είναι βουτηγμένος στο παρόν. «Προσβάσιμος». Εστω κι αν αυτή η «προσβασιμότητα» δεν δίνει πρόσβαση στην αξία του, αλλά στη παγκόσμια μόδα του – σε μια εκδοχή του χυτευμένη για τα σουβενιράδικα.
«Είν’ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός, σακατεμένος απ’ τα χρόνια». Κι όμως, θα βρίσκει «το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νιάτα». Θα το βρίσκει ίσως τις νύχτες που ο πεζόδρομος θα ερημώνει και θα μένει μόνος, χωρίς την πατίνα του τοποσήμου. Χωρίς τις χρήσεις που του έχουν αναθέσει οι μεταπράτες της μνήμης του.
Αφ-ορισμοί
Το αντίθετο του «επιτελικός», πάντως, δεν είναι το «αντιπροσωπευτικός». Είναι το «χύμα».
Ομφαλοσκόπηση
Η συζήτηση γίνεται με ανταλλαγή χοντρών κλισέ. Από τη μια οι επιτήδειοι ρουσφετολόγοι, από την άλλη οι άψυχοι τεχνοκράτες. Είναι, παρ’ όλα αυτά, μια συζήτηση θεμιτή για ένα κόμμα που κυβερνά εφτά χρόνια και αισθάνεται ότι χάνει τα κοινωνικά ερείσματά του. Είναι θεμιτό να συζητάει εσωτερικώς τι του φταίει. Αρκεί να έχει υπολογίσει έτσι ότι αναλαμβάνει και το κόστος της εσωστρέφειας. Σε χρόνο προεκλογικό, το κόμμα που φιλοδοξεί να προβάλει ξανά ως μονόδρομος κυβερνησιμότητας, εμφανίζεται ενώπιον των πολιτών να ομοφαλοσκοπεί – να αναλώνεται σε διλήμματα του τύπου, «επιτελικό ή πελατειακό κράτος», «Σκέρτσος ή Μπαραλιάκος» (όπως ονομάζεται ένας από τους βουλευτές που, χάρη στην ηχηρή διαφωνία τους, βγήκαν στο ξέφωτο της δημοσιότητας). Παρασυρόμενο στη δίνη αυτής της ενδοσκόπησης, το κόμμα κινδυνεύει να προκαλέσει στον εαυτό του μια δευτερογενή κρίση νομιμοποίησης. Δεν άρεσε που δεν άρεσε. Τώρα εκτροχιάζεται και από την ατζέντα που το καθιέρωσε, για να πέσει στη χύτρα της παραπολιτικής. Για να απορροφηθεί από τις διαφορές για τη νομή της εξουσίας.

