Ο παραπάνω τίτλος είναι ο ίδιος με εκείνον μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας εκδήλωσης στην οποία είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω πριν από λίγες ημέρες. Το ερώτημα μοιάζει απλό, αλλά όσο πιο σοβαρά επιχειρεί κάποιος να το προσεγγίσει, διαπιστώνει ότι δεν επιδέχεται μία και μοναδική απάντηση. Προσπάθησα να το αποδομήσω σε δύο πιο συγκεκριμένα –και πιο απαιτητικά– ερωτήματα: Μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει τον χαρακτήρα της ως το ποιοτικά ανώτερο κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο που είναι σήμερα και ταυτόχρονα να καταστεί ανταγωνιστική; Και μπορεί να αποκτήσει αυθεντική γεωπολιτική υπόσταση χωρίς να εξαρτάται στρατηγικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Σήμερα, η απάντηση και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι ασφαλώς αποθαρρυντική. Και αυτό δεν οφείλεται σε συγκυριακές αδυναμίες ή σε προσωρινές δυσλειτουργίες, αλλά σε μια βαθύτερη δομική αντίφαση: Σε έναν κόσμο που επιστρέφει στη λογική της στρατιωτικής ισχύος εις βάρος των διεθνών κανόνων και των φιλελεύθερων αρχών, η Ευρώπη, ενώ είναι ένας οικονομικός γίγαντας, μοιάζει όλο και περισσότερο με πολιτικό νάνο που στέκει αμήχανα μπροστά στις νέες προκλήσεις.
Για να απαντήσουμε, λοιπόν, ουσιαστικά στα παραπάνω ερωτήματα, χρειάζεται να επανεξετάσουμε τα τρία βασικά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε ιστορικά το ευρωπαϊκό εγχείρημα: την ασφάλεια, την ταυτότητα και την ευημερία. Για δεκαετίες, αυτά τα τρία στοιχεία λειτουργούσαν συμπληρωματικά και αλληλοενισχύονταν. Πλέον, όμως, αρχίζουν να αποσυνδέονται επικίνδυνα.
Πρώτον, η ασφάλεια. Η μεταπολεμική Ευρώπη στηρίχθηκε σε μια σιωπηρή αλλά ισχυρή υπόθεση: ότι η ασφάλειά της θα εξασφαλίζεται από τρίτους. Το ΝΑΤΟ –και, στην ουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες– αποτέλεσαν τον βασικό πάροχο στρατηγικής προστασίας. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία διέλυσε αυτή την ψευδαίσθηση. Εκτοτε, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας: την επανεμφάνιση της Ρωσίας ως άμεσης απειλής, τη διαρκή αστάθεια στη Μέση Ανατολή, τις γεωπολιτικές εντάσεις στην Αρκτική, καθώς και τις πιέσεις στα εξωτερικά της σύνορα λόγω μεταναστευτικών ροών. Για πρώτη φορά, η Ευρώπη καλείται όχι απλώς να καταναλώσει ασφάλεια, αλλά να την παραγάγει η ίδια. Μπορεί;
Δεύτερον, η ταυτότητα. Η Ευρώπη συγκροτήθηκε ως μέρος μιας ευρύτερης «Δύσης», η οποία στηριζόταν σε ένα σύνολο κοινών αξιών: τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, την πίστη στην ανοιχτή οικονομία με κανόνες. Σήμερα, αυτή η αξιακή κοινότητα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, καθώς αμφισβητείται τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Στο εξωτερικό, ακόμη και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται να απομακρύνονται από τις φιλελεύθερες αρχές και να αντιμετωπίζουν την Ευρώπη όχι ως εταίρο, αλλά ως ανταγωνιστή ή και ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης παρατηρείται μετατόπιση προς πιο ανελεύθερες μορφές διακυβέρνησης σε ορισμένα κράτη-μέλη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη καλείται να επανακαθορίσει το αξιακό της πλαίσιο και την πολιτική της ταυτότητα. Μπορεί;
Αν η φιλελεύθερη δημοκρατία αποδυναμωθεί, τότε δεν υπο- νομεύεται μόνο ένα σύστημα αξιών, αλλά η ίδια η δυνατότητα συλλογικής δράσης.
Τρίτον, η ευημερία. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο στηρίχθηκε επί μακρόν σε έναν ευνοϊκό συνδυασμό φθηνής ενέργειας, ανοιχτών διεθνών αγορών και πρόσβασης σε τεχνολογία που μπορούσε να εισάγεται χωρίς υψηλό κόστος. Αυτές οι προϋποθέσεις έχουν πλέον ανατραπεί. Το πρόσφατο ενεργειακό σοκ, η εντεινόμενη γεωοικονομική αντιπαράθεση και η τεχνολογική υστέρηση της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας έχουν καταστήσει σαφές ότι το παλιό μοντέλο δεν είναι βιώσιμο. Σήμερα, η Ευρώπη καλείται να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της, συχνά εις βάρος της κοινωνικής ευημερίας της. Πρόκειται για ένα δύσκολο πολιτικό και οικονομικό ισοζύγιο. Μπορεί;
Το συνολικό πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι η Ευρώπη αποτυγχάνει σε έναν από αυτούς τους τρεις τομείς. Είναι ότι, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική πορεία της, καλείται να επιτύχει και στους τρεις ταυτόχρονα – αλλά με μειωμένους πόρους και αυξημένες εξωτερικές πιέσεις.
Η προϋπόθεση για να μπορέσει η Ευρώπη να πετύχει είναι η πολιτική βούληση. Με άλλα λόγια, η ανάδειξη ηγεσιών που είναι διατεθειμένες να αναλάβουν το πολιτικό κόστος δύσκολων επιλογών. Και αυτές οι επιλογές κινούνται σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, απαιτείται μια ουσιαστική, λειτουργική πολιτική ενοποίηση, ιδίως στους τομείς της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής. Χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς συγκέντρωση πόρων, η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός γεωπολιτικός παίκτης. Δεύτερον, χρειάζεται μια σαφής ιεράρχηση προτεραιοτήτων στην ανταγωνιστικότητα – με κεντρικό άξονα την τεχνολογία. Διότι χωρίς τεχνολογική ισχύ δεν μπορεί να υπάρξει ούτε οικονομική ευημερία ούτε στρατηγική αυτονομία.
Εντέλει, το ερώτημα «Μπορεί η Ευρώπη;» δεν είναι απλώς οικονομικό ή γεωπολιτικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Αφορά την ικανότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών να συγκλίνουν σε κοινές προτεραιότητες και να τις στηρίξουν δημοκρατικά. Αν η φιλελεύθερη δημοκρατία αποδυναμωθεί, τότε δεν υπονομεύεται μόνο ένα σύστημα αξιών, αλλά η ίδια η δυνατότητα συλλογικής δράσης. Η Ευρώπη μπορεί. Αλλά μόνον εφόσον καταφέρει να επανασυνδέσει ασφάλεια, ταυτότητα και ευημερία σε ένα νέο, ρεαλιστικό και συνεκτικό πλαίσιο – και μόνο αν βρει το πολιτικό θάρρος να το υπερασπιστεί.
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας. Η εκδήλωση που αναφέρεται στο άρθρο διοργανώθηκε από την «Κίνηση Πολιτών για μια Ανοιχτή Κοινωνία».

