Αναζητώντας τα νέα «ΑΣΕΠ»

3' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Είναι σύνηθες το πολιτικό σύστημα, ιδίως υπό την πίεση της συγκυρίας, να προσπαθεί να αντιμετωπίσει παθογένειές του με τρόπο σπασμωδικό.

Κάποτε το ζήτημα της διαπλοκής πολιτικών, επιχειρηματιών και ΜΜΕ συνδέθηκε με τη διάταξη για τον «βασικό μέτοχο», η οποία κατέπεσε άδοξα στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Παλαιότερα είχαμε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών ώστε να μη χρησιμοποιούν το επάγγελμά τους για ψηφοθηρικούς λόγους. Επίσης εγκαταλείφθηκε. Κατά καιρούς έχουν θεσπιστεί (και ορθώς) διατάξεις για το πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας πολιτικών προσώπων και συγγενών τους, ενώ έχουν διευρυνθεί οι έλεγχοι «πόθεν έσχες» κρατικών λειτουργών και πολιτικών στελεχών.

Παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση ότι η διαφθορά έχει εξαπλωθεί είναι διάχυτη. Οχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Η «αντισυστημική» έξαρση εναντίον «των ελίτ που αλληλοδιαπλέκονται εις βάρος του απλού κόσμου» έχει φουσκώσει τα πανιά ριζοσπαστικών κομμάτων σε πολλές χώρες.

Η συγκρουσιακή φύση της πολιτικής δεν βοηθά στην ψύχραιμη αποτίμηση της κατάστασης, καθώς η στάση των πολιτικών πρωταγωνιστών κατά κανόνα υποτάσσεται στις σκοπιμότητες της συγκυρίας. Οι δε πολίτες σπανίως μπαίνουν στην ουσία ενός προβλήματος. Την εποχή των σόσιαλ μίντια, ο αφοριστικός λόγος γίνεται κυρίαρχος.

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, π.χ., τα δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας ξορκίστηκαν με το σύνθημα «φέρτε πίσω τα κλεμμένα». Σήμερα, η κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής συνοδεύεται από μια ουσιαστικά αντιπολιτική ρητορική ή από αφοριστικές πομφόλυγες για σωτήρες που θα τα «αλλάξουν όλα». Οταν όμως η απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα είναι οι αφορισμοί, χάνεται και το μέτρο και η ουσία.

Η συζήτηση για παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, όπως οι πελατειακές σχέσεις, οι εξαρτήσεις των βουλευτών, ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας, η διαφάνεια κ.ά., είναι ξανά επίκαιρη. Οχι όμως και αντίστοιχα ουσιαστική. Η μεν κυβέρνηση επιχειρεί να τα διαχειριστεί είτε υπερτονίζοντας τη διαχρονικότητά τους είτε ανοίγοντας άλλα θέματα, ενίοτε με τρόπο καταφανώς απροετοίμαστο, προκειμένου η δημόσια συζήτηση να στραφεί αλλού. Η δε αντιπολίτευση δίνει έμφαση στην πολεμική κατά της κυβέρνησης παραβλέποντας τις ευρύτερες διαστάσεις ενός προβλήματος. Ούτε οι μεν ούτε οι δε κερδίζουν, καθώς η αξιοπιστία όλων είναι πολύ προβληματική.

Η κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής συνοδεύεται από μια ουσιαστικά αντιπολιτική ρητορική ή από αφοριστικές πομφόλυγες για σωτήρες που θα τα «αλλάξουν όλα».

Αν το πολιτικό σύστημα θέλει όντως να θωρακίσει την αξιοπιστία του και να κάνει βήματα μπροστά, πρέπει η σχετική συζήτηση να υπερβεί την επικαιρότητα. Ειδικά όταν αφορά αλλαγές που συντελούνται σε βάθος χρόνου. Ούτως ή άλλως ορισμένα προβλήματα δεν λύνονται με κάποια μαγική συνταγή, καθώς σχετίζονται –εκτός των άλλων– και με τον ατομικό κώδικα αξιών κάθε εμπλεκομένου.

Η διαπίστωση μπορεί να μην εντυπωσιάζει, αλλά ισχύει: δεν υπάρχει τέλειο πολιτικό ή εκλογικό σύστημα. Ολα έχουν και αδυναμίες.

Στις μικρές εκλογικές περιφέρειες τα δίκτυα επιρροής έχουν μεγαλύτερη ισχύ και οι πελατειακές σχέσεις ανθίζουν. Στις μεγάλες περιφέρειες είναι αυξημένη η εξάρτηση από τα ΜΜΕ και οι ανάγκες για πολιτικό χρήμα.

Ο σταυρός προτίμησης ευνοεί μεν τις πελατειακές σχέσεις, αλλά ενισχύει και την ανεξαρτησία του βουλευτή και τη σχέση εκπροσώπησης με την περιφέρειά του. Η λίστα περιορίζει τη συναλλαγή υποψηφίου – ψηφοφόρου, καθιστά ωστόσο τους βουλευτές εξαρτώμενους από την κομματική ηγεσία, άρα οδηγεί σε συγκέντρωση της αρχηγικής εξουσίας.

Τα «μεικτά» συστήματα (σταυρός και λίστα, βλ. γερμανικό μοντέλο) απαλλάσσουν κάποιους βουλευτές από το άγχος του σταυρού, δημιουργούν όμως βουλευτές δύο ταχυτήτων, ενώ τα μικρότερα κόμματα θα έχουν ουσιαστικά διορισμένες κοινοβουλευτικές ομάδες.

Η δε πολιτική ανανέωση στα μεικτά συστήματα θα είναι πολύ μικρότερη, καθώς στις εσωκομματικές διαδικασίες, από όπου θα αναδεικνύεται ο υποψήφιος ή η λίστα του κόμματος, το κομματικό κατεστημένο είναι πολύ πιο ισχυρό από ό,τι στην ευρύτερη κοινωνία.

Αν το εγχώριο πολιτικό σύστημα –συλλογικά ή κάθε κόμμα μεμονωμένα– θέλει να αντιμετωπίσει τις παθογένειές του, οφείλει να συζητήσει με ειλικρίνεια για αυτές. Υπερβαίνοντας την τρέχουσα επικαιρότητα και αναζητώντας αλλαγές που θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του και κυρίως θα αλλάξουν τη χώρα. Οπως η ίδρυση του ΑΣΕΠ που έλυσε ένα πρόβλημα δεκαετιών σε σχέση με το Δημόσιο. Οπως η ψηφιοποίηση του κράτους που περιορίζει τα «γρηγορόσημα» και τις παρεμβάσεις. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων του αμαρτωλού ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ είναι μακροπρόθεσμα και ουσιωδώς πιο χρήσιμη από την κομματική κλωτσοπατινάδα πάνω στο ζήτημα αυτό. Ανάλογες αλλαγές χρειάζονται και σε άλλους τομείς. Ούτε πολιτική σε στυλ «κλέφτες και αστυνόμοι» ούτε λογικές «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». Οποιος το αντιληφθεί και επενδύσει σε αυτό θα είναι πιο κερδισμένος.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT