Ιθαγενείς και ετερόχθονες

3' 24" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ποιος είσαι εσύ; Ποιος είσαι και μιλάς; Τι ένσημα έχεις; Περίπου έτσι απευθύνονται οι βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας στους άκαπνους τεχνοκράτες της. Ο Μάκης Βορίδης, λαλίστατος ανάμεσα στους θιγομένους, το είπε πιο παραστατικά. Μπορούμε, είπε, να μιλάμε όσοι «τριβόμαστε» χρόνια με τους πολίτες – οι «λασπωμένοι» στην «αρένα», οι «μπαρουτοκαπνισμένοι», οι «τραυματισμένοι». Δεν μπορούν να κάνουν αφ’ υψηλού κριτική όσοι δεν έχουν τη σωματική σχέση με την πολιτική, που με αλγολαγνικό λυρισμό περιγράφει ο Μάκης, ο λαοτρίβης.

Αυτή η αντιπαράθεση περιγράφεται συχνά με όρους κομματικού πατριωτισμού. Οι παλαιοί, ιθαγενείς Νεοδημοκράτες αντιτίθενται στους πολιτικούς μετανάστες – τους «ποταμίσιους» και τους πασοκογενείς. Μπορεί, όντως, να διεγείρονται και τέτοια αγελαία αντανακλαστικά κομματικής συσπείρωσης. Αν όμως το ζήτημα εδώ είναι ο πληγωμένος κομματικός πατριωτισμός, τότε πώς γίνεται οι πιο ηχηροί του εκπρόσωποι να είναι και ο Αδωνις και ο Βορίδης; Πώς γίνεται εξ ονόματος του νεοδημοκρατικού σοβινισμού, να ομιλούν δύο μετανάστες;

Φυσικά και γίνεται. Οι αφομοιωμένοι, οι «πρώην» ξένοι, αναπτύσσουν συχνά πιο επιθετική ταυτότητα από τους γηγενείς. Οι εξελληνισμένοι Αλβανοί εκφράζονται συχνά με αηδία για τους «μαύρους» που «μαζεύτηκαν εδώ».

Ομως, αυτή η περιγραφή που παρομοιάζει το κυβερνών κόμμα με περιχαρακωμένη επικράτεια δεν αποδίδει την πραγματικότητα του εσωτερικού πλουραλισμού του. Βυθίζονται κάποιοι στη στατιστική της «δημογραφίας» του κυβερνητικού σχήματος: μετράνε στους 21 υπουργούς εννιά εξωκοινοβουλευτικούς. Πάνω από 40% του πολιτικού προσωπικού που στελεχώνει –και απολαμβάνει– τη νεοδημοκρατική εξουσία, δεν έχει αξιωθεί του λασποβαπτίσματος, το οποίο απαιτεί ως πράξη πολιτογράφησης ο Βορίδης.

Δεν μετράνε σωστά. Αν έριχναν στη λίστα μια δεύτερη ματιά, θα διαπίστωναν ότι τα πράγματα είναι «χειρότερα»: από τους 12 κοινοβουλευτικούς υπουργούς οι πέντε (Πιερρακάκης, Ζαχαράκη, Μιχαηλίδου, Χρυσοχοΐδης, Θεοδωρικάκος) κρατούσαν χαρτοφυλάκια και στην πρώτη τετραετία της Ν.Δ., χωρίς να έχουν εκλεγεί με σταυρό. Ηταν «διορισμένοι» από τον πρωθυπουργό, και, χωρίς να έχουν διατρέξει όλες τις βαθμίδες της κομματικής επετηρίδας, μπόρεσαν να εξαργυρώσουν στην κάλπη την αναγνωρισιμότητα και την ισχύ που τους είχε εξασφαλίσει ο διορισμός τους. Αρα, από τους 21, οι 14 μπορούν να κατηγορηθούν ότι ανελίχθηκαν άνευ πολλής τριβής.

Ε, και; Πώς πρέπει να ανανεώσει το κόμμα μια νέα ηγεσία που έχει αναδειχθεί με απευθείας εκλογή από τον λαό; Πρέπει να περιμένει ότι θα εμφανιστούν νέοι, αδοκίμαστοι στην πολιτική, για να βάλουν υποψηφιότητα στις τοπικές οργανώσεις του κόμματος; Πρέπει να περιμένει τα βιογραφικά που θα σταλούν στο γραμματοκιβώτιο της Πειραιώς; Τα πειράματα αυτά δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Κανένας «κανονικός» νέος, με βιογραφικό ανταγωνιστικό στην αγορά, δεν θα επέλεγε εύκολα να μπει στον κόσμο της πολιτικής, χωρίς άνωθεν ενθάρρυνση. Γιατί; Διότι, όπως αποδεικνύει η αγανάκτηση των «γαλάζιων» βουλευτών, η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί ως κλειστό επάγγελμα. Οσοι έχουν επενδύσει σε αυτό όλη τους τη ζωή, όσοι δεν έμαθαν άλλον κόσμο από εκείνον του κομματικού οικοσυστήματος, είναι φυσικό να συσπειρώνονται απέναντι στους outsiders.

Το πρόβλημα του «κλειστού» πολιτικού συστήματος είναι και το πρόβλημα της χώρας, που παραμένει απωθητική για όσους θέλουν να ανταγωνιστούν μόνο με τα προσόντα τους. Το να θέλεις να μπεις στην πολιτική είναι σαν να είσαι νέος επιστήμονας και να θέλεις να μπεις να διδάξεις σε ελληνικό πανεπιστήμιο…

Το ακόμη πιο καταθλιπτικό, είναι αυτό που βλέπει κανείς να παθαίνουν ακόμη και οι νέοι – ακόμη και οι «φυτευτοί», που αντιμετωπίζονται εχθρικά όταν τρυπώνουν στο σύστημα. Η πολιτική τούς αλλάζει, προτού προλάβουν να την αλλάξουν. Η «λάσπη» στην «αρένα» είναι παχιά. Οποιος την πατάει, σιγοβουλιάζει.

Η «Ρουμάνα»

Δεν μπορούσε να είναι Γαλλίδα; Δεν μπορούσε να είναι, τουλάχιστον, Φινλανδή ή Λουξεμβουργιανή; Αν ήταν από την παλιά ή από τη Βόρεια Ευρώπη, ο διδακτισμός της Κοβέσι θα μας ήταν πιο εύπεπτος. Θα προερχόταν από στόμα αναθρεμμένο σε ένα σύστημα που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε σαν καθρέφτη της εθνικής μας αυτολύπησης. Ενώ τώρα, που η εισαγγελεύς είναι Ρουμάνα, γλιστρούν στα λαγούμια των στερεοτύπων τόσο εκείνοι που την αντιπολιτεύονται όσο και οι αντίπαλοί τους, που τη χρησιμοποιούν για εσωτερική αντιπολίτευση. Ο ένας πόλος είναι το «τι μιλάει, η Ρουμάνα, πού την έμαθε τη θεσμική ορθογραφία, στα θρανία του Τσαουσέσκου;». Ο άλλος πόλος, με ίση προκατάληψη, στηθοδέρνεται «πού έχουμε καταντήσει, να μας κάνει μάθημα ακόμη και η Ρουμάνα, που έχει ζήσει μόλις 36 χρόνια δημοκρατία». Και οι μεν και οι δε, φαντάζονται ότι ανήκουν στην αριστοκρατία της Ιστορίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT