Το Πάσχα μαζευτήκαμε στο εξοχικό στα Μεσόγεια. Παρόλο που δεν θα σουβλίζαμε, μπήκα στην κουζίνα από τις 7 το πρωί. Υπήρχε πίεση χρόνου, έπρεπε πρώτα να μπει στον φούρνο το κοκορέτσι, να έχει γίνει έως τις 9, κατόπιν να ψηθεί το μισό αρνί με πατάτες, δεντρολίβανα, σκόρδα, τα γνωστά –δεν θα ‘θελε ένα δίωρο κι αυτό;– ώστε να μείνει χρόνος για το άλλο μισό που θα ψηνόταν στη λαδόκολλα. Υπερβολές, θα πείτε, αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποτυχία για ένα τραπέζι από το να μη φτάσει το φαΐ.
Στην περίπτωσή μας βέβαια το μεγαλύτερο στρες υπαγορευόταν από το γεγονός ότι σε λίγες ώρες θα κατέφθαναν οι γονείς μου, οι ιδιοκτήτες του σπιτιού, αυτοί που πριν παραδώσουν τα σκήπτρα στη μεγάλη κόρη είχαν την ευθύνη της γιορτής. Επρεπε όταν έρθουν να είναι όλα έτοιμα –ένα από τα άγχη του μπαμπά είναι ότι δεν θα βγει στην ώρα του το κρέας– και να έχουμε προλάβει ταυτόχρονα να συνεφέρουμε και την κουζίνα, για να καταπνίξουμε εν τη γενέσει τους και τα κύρια άγχη της μαμάς, τα λίπη και την ακαταστασία.
Δεν φτάνει η ευθύνη να βγει η συνταγή, να ευχαριστηθεί ο κόσμος, αλλά παράλληλα ανάμεσα στις δουλειές έχεις και το μυαλό, που αρχίζει να κάνει βόλτες ανεξέλεγκτο, δεν το ελέγχεις όπως την κατσαρόλα.
Τα πουλάκια έξω τραγουδούσαν και ήταν τα μόνα που έσπαγαν την ησυχία του πρωινού. Από το παράθυρο της κουζίνας χάζευα τις φορτωμένες λεμονιές, την πορτοκαλιά, τις τριανταφυλλιές, τα αρωματικά. Είναι η δεύτερη ζωή του κήπου που είχε καεί ολοσχερώς στην πυρκαγιά του ’18. Για κάμποσο καιρό είχαμε πιστέψει ότι δεν θα μας ξαναφιλοξενούσε για Πάσχα, αλλά να που ο χρόνος τον γιάτρεψε. Από το παράθυρο βλέπω στο βάθος και τη θάλασσα – δεν φαινόταν πριν από τη φωτιά. Οπως και οι οικογενειακές πληγές, και αυτή επιμένει αν κοιτάξεις από μια συγκεκριμένη γωνία.
Το κοκορέτσι μπήκε τελικά στον φούρνο με μικρή καθυστέρηση – δεν επιτρεπόταν άλλη στραβοτιμονιά μέχρι να έρθουν. Προσπάθησα να θυμηθώ ποια ήταν η τελευταία φορά που ήμουν ανέμελη στο πασχαλινό τραπέζι. Ισως αν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία να είχα προσπαθήσει να την κάνω ξεχωριστή για να τη θυμάμαι. Είναι πολλές οι «τελευταίες φορές» που θα ‘θελα να έχω τιμήσει. Η τελευταία φορά που θήλασα το παιδί μου, για παράδειγμα. Ή η τελευταία φορά που μπήκα σε ένα δωμάτιο και σήκωσα τα βλέμματα.
Να γιατί η μαμά είχε πάντα ένταση στην κουζίνα, σκέφτηκα, γιατί δεν φτάνει η ευθύνη να βγει η συνταγή, να ευχαριστηθεί ο κόσμος, αλλά παράλληλα ανάμεσα στις δουλειές έχεις και το μυαλό, που αρχίζει να κάνει βόλτες ανεξέλεγκτο, δεν το ελέγχεις όπως την κατσαρόλα. Ευτυχώς ξύπνησε ο μικρός και με έβγαλε από τις σκέψεις μου, αν και χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να ανταποκριθώ. Δεν έχω συνηθίσει όταν ακούγεται «μαμά» σε αυτό το σπίτι να εννοούν εμένα.

