Μάλλον δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι αλλά δουλεύουμε πολύ περισσότερο απ’ όσο δουλεύαμε μέχρι πρότινος. Ανεπαισθήτως η τεχνολογία, κοντά στις τόσες πρόνοιές της, μας κατέστησε και διαρκώς (24/7) προσβάσιμους στις εργασιακές μας υποχρεώσεις. Γι’ αυτό και οι εργάσιμες ημέρες δεν καλοξεχωρίζουν πλέον από τις αργίες. Οι αργίες είναι (τερψιλαρύγγιες το περισσότερο) μικροανάσες για να συνεχιστεί απρόσκοπτα ο κάματος της κάθε ημέρας. Δεν είναι όμως γιορτές. Η γιορτή, για να είναι γιορτή, δεν είναι εθιμική συνθήκη, είναι έκρηξη χαράς που «κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει». Δεν τον παραγεμίζει με πλήξη. Του δίνει περιεχόμενο. Δεν μπερδεύει, δηλαδή, τα πανηγυριώτικα φο μπιζού με τον «πολύτιμο μαργαρίτη» των Πανηγύρεων.
Εάν είναι αληθές πως ο θάνατος παραμένει η μόνη βεβαιότητα της ζωής, είναι εξίσου αληθές ότι, παρά την τόση ελευθεριότητα που όμως είναι άσχετη με την ελευθεροφροσύνη, παραθεωρούμε πως είμαστε δέσμιοι του μέλλοντος – όχι του μέλλοντος αιώνος αλλά του μέλλοντος σκέτο.
Είμαστε, κοντολογίς, μελλοθάνατοι όλοι, όσο κι αν επιμένουμε να το αγνοούμε! Και αυτό δεν συνιστά απλώς εκούσια απώλεια γνώσεως. Συνιστά εκούσια απώλεια νοήματος και εγκλωβισμό στον κοιλιόδουλο και δημοφιλή κυνισμό του «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε», που όσο εδραιώνεται το κενό του τόσο το μπουκώνουμε με τηλεοπτικά κοκορέτσια και φτηνά υπονοούμενα.
Η απώλεια νοήματος είναι μια επιλογή που προφανώς δεν μας αθανατίζει και, επιπλέον, μας αποστερεί την άλλη όψη του θανάτου. Η γλώσσα μας έχει φυλαγμένη μια πολυσημία σε κάποιες λέξεις. Το αρχοντικό ρήμα «βασιλεύω» καλή ώρα, εκτός από μεσουρανώ σημαίνει και δύω. Δεν σημαίνει ένα από τα δυο, σημαίνει και τα δύο. Παρομοίως το Πάσχα, εκτός από απόληξη της Σαρακοστής, είναι και πέρασμα από τα δεσμά της αναγκαιότητας στην ελευθερία της σχέσης, πέρασμα από την κενή στην καινή ζωή. Και, παρότι ακατήχητοι στον τρόπο της Εκκλησίας, έχουμε και μνήμη και μνήματα, ήτοι βιώματα, αυτής της διάβασης:
Παραμονή των Βαΐων οι καλαντιστές έλεγαν τον «Λάζαρο» και οι νοικοκυραίοι τούς φίλευαν αυγά. Μεγάλη Πέμπτη το πρώτο κόκκινο αυγό έμπαινε στο εικονοστάσι του σπιτιού –οι απουσίες φώτιζαν ολοχρονίς τις ζωές– που το άσβεστο φέγγος του ήταν από το αναστάσιμο φως με το οποίο «σταυρώνονταν» και οι εξώθυρες των σπιτιών. Ανήμερα τη Λαμπρή ή τη Δευτέρα του Πάσχα οι γιορταστές ντυμένοι τα καλά τους ενδύματα εξέδραμαν λαμπαδηφόροι να προσφαΐσουν με τις Λαμπροκουλούρες τους στο κοιμητήριο κι οι πιο μερακλήδες έλεγαν και κάνα τραγούδι – ερήμην πάντοτε όλων των θεσμικών συμβάσεων και των ξύλινων εκφορών τους.
Δεν ξέρω με βεβαιότητα αν έτσι αναπαύονταν τα πεθαμένα τους αλλά σας βεβαιώνω ότι έτσι οι ζωντανοί δεν συνθηκολογούσαν με τις απώλειες και, κυρίως, δεν άφηναν την τελευταία λέξη στον θάνατο. Ναι, περαστικοί είμαστε όλοι από τον κόσμο αλλά οι πανηγυριστές του Πάσχα πορεύονταν επ’ ελπίδι. Ο θάνατος «πατείται θανάτω» και η ιερότητα της σωματοψυχής δεν τελεί υπό διαπραγμάτευση.
Ψευτοπαρηγόριες και δεκανίκια θα πουν οι «εχέφρονες», παντελώς άγευστοι εκείνης της διαγωγής που ομολογεί και επιμαρτυρεί τα χαΐρια της ερωτοληψίας της και όχι τα κατορθώματα της διανοίας της. Διότι, πώς να το κάνουμε, άλλη περπατησιά έχουν τα εξελιγμένα θηλαστικά κι άλλη οι εραστές του πρωτότοκου εκ των νεκρών. Οι πρώτοι κοιτάν την πάρτη τους κι οι έσχατοι δέονται υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος.
Εγραψα «σωτηρίας» και θυμήθηκα πάλι τη διττότητα κάποιων λέξεων. Το ρήμα «σώνομαι» δεν σημαίνει μόνο την αποφυγή των κινδύνων, σημαίνει και τελειώνω, ολοκληρώνομαι, δηλαδή παύω να είμαι λειψός και γίνομαι ακέριος. Πώς γίνομαι ακέριος; Μα μετέχοντας (μέσω του Σωτήρα) στην άκρατο ζωή.
Γι’ αυτό κι ο συγκρατημός μας (κομ ιλ φο αλλά διόλου πασχάλιος) ήταν ένα εξόχως μισερό φέρσιμο. Στους αυλόγυρους των εκκλησιών ανταλλάξαμε λαμπριάτικες ευχές με τους συχνάκις αγνώστους διπλανούς μας αλλά, εντέλει, δεν φιληθήκαμε! Από εκείνους ωστόσο πήραμε το άγιο φως και ανάψαμε τις λευκές λαμπάδες μας. Και λαμποκόπησε ο κόσμος όλος.
ΥΓ.: Αντίπασχα σήμερα και, ό,τι και να λέμε, το φως δεν στέκεται στις κρησάρες. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Και τρισμακάριστοι, νομίζω, εκείνοι οι καθαροί τη καρδία που αξιώθηκαν τη θέαση του αναστάσιμου φωτός χωρίς σκουρόχρωμες διόπτρες.
*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

