Σε αυτό ξέραμε ότι ήταν καλοί. Ξέραμε ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκει πάντα κάτι καλό να πει όταν τον πνίγει το δίκιο. Βρίσκει ρεπερτόριο όταν καλείται να αποδομήσει τον Μητσοτάκη. Εκεί που υστερούσε και υστερεί είναι όταν χρειάζεται να μιλήσει χωρίς να τον πνίγει τίποτε. Εκεί που δυσκολεύεται είναι να πείσει το ακροατήριό του να τον φανταστεί κάποτε πρωθυπουργό. Ετσι και την Πέμπτη στη Βουλή. Εδειξε πάλι ότι έχει ταλέντο στη «συνδικαλιστική» αγανάκτηση και στο «θα-μου-πεις-εσύ-εμένα;». Αλλά, επέκεινα του εγνωσμένου τσαμπουκά, δεν έδειξε τίποτε.
Το ίδιο και ο πρωθυπουργός. Εκόμισε στη σκηνή το κεκτημένο της σταθερότητας, που ολοένα και περισσότερο θυμίζει όχι τη σταθερή πρόοδο αλλά τη θαλπωρή της στασιμότητας – είμαστε σταθεροί, επειδή δεν είναι εύκολο να φανταστούμε τα πράγματα και τα πρόσωπα να αλλάζουν. Και απέδειξε ότι μπορεί να βρίσκει διέξοδο, όταν αντιπολιτεύεται το παρελθόν, όσο μακρινό κι αν είναι αυτό. Οι άλλοι και η σύγκριση μαζί τους είναι πιο κολακευτική για την κυβέρνηση από την αναμέτρηση με τα πεπραγμένα της.
Κάπως έτσι, Μητσοτάκης και Ανδρουλάκης έπεσαν σε ένα σπιράλ καθοδικής αντιπαράθεσης – ποιος έχει πέσει πιο χαμηλά στην πελατειακή υποκουλτούρα, ποιος έχει κάνει τα περισσότερα ρουσφέτια, τα περισσότερα σκάνδαλα. Ποιος είναι πιο τοξικός. Αυτό το τοξικό αγκάλιασμα είναι, φυσικά, η προβλέψιμη παράσταση που θα βλέπουμε στους μήνες που απομένουν μέχρι τις εκλογές. Ομως, αν δοκιμάσει κανείς να προστατεύσει λίγο τα αυτιά του από την ηχορρύπανση, θα δει ότι το μόνο μετεκλογικό σενάριο που δεν θα σήμαινε εκτροχιασμό της χώρας παραμένει η συνεργασία Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ.
Ναι. Φαίνεται απίθανο. Εχουν αμφότεροι κάθε λόγο να το αποκηρύσσουν – και περισσότερο η ελάσσων δύναμη, που έχει ανάγκη να περιχαρακωθεί για να μην απορροφηθεί από τον ισχυρό. Ομως, τα δύο ιστορικά κόμματα της Μεταπολίτευσης δεν έχουν αγεφύρωτες «ιδεολογικές» διαφορές. Εχουν σπάσει, κυβερνώντας, το ένα τα ταμπού του άλλου, διαμορφώνοντας στην πράξη μια κοινή κοίτη αξιών – ένα πολιτικό μέινστριμ. Εχουν κυβερνήσει μαζί κατά τη δυσκολότερη περίοδο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, επωμιζόμενα το βάρος των κοινών τους αμαρτιών («παθογενειών», όπως το λένε στη γλώσσα τους) που οδήγησαν στη χρεοκοπία.
Παρά τις διαφορές στις καταβολές και στα εκλογικά μεγέθη, τα δύο κόμματα μοιάζουν και στις αρετές και στις αδυναμίες τους. Υποκύπτοντας στον πειρασμό του ευχολογίου, θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, αν όχι να συγκυβερνούν, τουλάχιστον να συνεννοούνται για μια ανανέωση των θεσμών, στην κατεύθυνση της αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος. Θα μπορούσαν να αλλάξουν μαζί το εκλογικό σύστημα, την ποινική ευθύνη των υπουργών, την απεξάρτηση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εύνοια της εκάστοτε κυβέρνησης.
Μόνος του κανείς δεν διαθέτει ούτε την τυπική ούτε την ουσιαστική νομιμοποίηση να το κάνει. Η πλειοψηφική Ν.Δ. δεν είναι πια αυτοδύναμη. Το ΠΑΣΟΚ απέχει πολύ από την αξίωση έστω και βραχείας κοινωνικής πλειοψηφίας. Κανείς δεν ομολογεί ότι έχει κατά καιρούς καταχραστεί από θέση ισχύος τις θεσμικές κακοτεχνίες.
Μόνη της καμία κομματική ηγεσία δεν μπορεί να υπερβεί τις έξεις του πολιτικού προσωπικού της. Οπως δείχνει και η εμπειρία των τελευταίων δύο ετών, τα κόμματα πάντα βρίσκουν χειρολαβή στο μανίκι της ηγεσίας.
Μόνοι δεν μπορούν. Μαζί το μόνο που μπορούν είναι να συνεχίσουν το ταγκό της αμοιβαίας απαξίωσης.
Χωνιά
Εντάξει, έχει δική του γραμμή. Αλλά καμιά φορά όσα λέει ένα στωμύλο στέλεχος, για ιδιοτελείς λόγους, μπορεί να κρυφοσυμφέρουν και την ηγεσία που το αφήνει να πυροβολεί ελευθέρως. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει τώρα με τον Αδωνι Γεωργιάδη και το Μαξίμου. Ο υπουργός Υγείας εξαπολύει μπαλοθιές κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Την αντιπολιτεύεται σαν να ήταν ο Πολάκης. Δεν το κάνει επειδή συμφέρει την κυβέρνηση, αλλά επειδή συμφέρει τον ίδιο να λειτουργεί ως το μιντιακό «χωνί» των ανομολόγητων επιθυμιών της κοινοβουλευτικής ομάδας. Ομως, συμφέρει και το Μαξίμου να ανεβαίνει κάποιος στα κάγκελα για να δώσει φωνή στους καημούς των βουλευτών. Ας υπάρχει κι ένας ψεκαστήρας κομματικού σοβινισμού εκεί έξω, να λέει κυνικά, «παιδιά, έτσι γίνεται η δουλειά. Η δουλειά του βο(υ)λευτή δεν είναι ποινικό αδίκημα». Εκπληρώνεται έτσι, έστω και προσωρινά, η ετερογονία των σκοπών. Ο υπουργός νομίζει ότι «παίζει φοβερή μπάλα» εσωκομματικά, εκμεταλλευόμενος το κενό εκπροσώπησης που αφήνει η καθωσπρέπει σιωπή άλλων δελφίνων. Το Μαξίμου νομίζει ότι χρησιμοποιεί το απύλωτο στόμα του ως βαλβίδα εκτόνωσης. Ο ευρωπαϊσμός υποκύπτει στην αβάσταχτη ελαφρότητα του επαρχιωτισμού.

