Ποιον ακούει ο Θεός; Ακούει τον ύπατο εκπρόσωπό του; Τον ακούει όταν λέει ότι ο Θεός «δεν ακούει τις προσευχές όσων έχουν αίμα στα χέρια τους»; Και ποιον ακούει το ποίμνιο; Δεν πρέπει να ακολουθεί την κρίση του Ποντίφικα, που δογματίζει για τους άδικους πολέμους; Οχι, λέει ο προσηλυτισθείς στον καθολικισμό αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Πάπας Λέων πρέπει να είναι προσεκτικός, όταν θεολογεί. Δεν έχει, μ’ άλλα λόγια, το μονοπώλιο της εκπροσώπησης Εκείνου. Διότι, στα σοβαρά, τα αμερικανικά media έχουν φτάσει να αναλύουν την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση ως ζήτημα θεολογικό. Εχουν φτάσει να ρωτούν επισκόπους αν ο παρών πόλεμος εμπίπτει στις δογματικές πρόνοιες περί «δίκαιου πολέμου». Αν καλύπτεται από τη θεολογική παράδοση που έχει αναπτύξει η Καθολική Εκκλησία από την εποχή που ο Αγιος Αυγουστίνος έβλεπε τις ορδές των Βανδάλων να απειλούν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Επιστροφή στον Μεσαίωνα. Δεν είναι σκέτο σχήμα λόγου. Οπως δεν είναι σχήμα λόγου, πλέον, να πει κανείς ότι ο «αυτός» –ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής– «όπως πάει θα τα βάλει και με τον Πάπα».
Η προσπάθεια να καλυφθεί δημοσιογραφικά η αντιπαράθεση του Τραμπ με τον Λέοντα με όρους ακόμη και θεολογικούς θα ήταν ένας γραφικός αναχρονισμός, αν δεν είχε παροξυνθεί από τις επαναλαμβανόμενες αναρτήσεις με τις οποίες ο πρόεδρος ταυτίζει τον εαυτό του με τον προϊστάμενο του Πάπα. Αν ο Τραμπ δεν εμφάνιζε εαυτόν ως Ιησού – και λίγες ημέρες μετά, ως ισαπόστολο, κολλητό του Ιησού.
Στρατηγική της παράνοιας ή παράνοια της στρατηγικής;
Οκέι, βλέπουμε τι κάνει. Το παίζει. Εκείνος κάνει ότι είναι θεός, και οι οπαδοί του κάνουν ότι τον πιστεύουν. Το πρόβλημα με τον Τραμπ είναι ότι πλέον η προπαγάνδα δεν ξεχωρίζει από την παθολογική πραγματικότητα. Ολοένα και περισσότερο ο κυνικός εξουσιαστής μοιάζει να πέφτει ο ίδιος θύμα των μέσων παραπλάνησης που χρησιμοποιούσε. Ολοένα και περισσότερο δίνει την εντύπωση ότι η διαστρέβλωση της πραγματικότητας –«το καθεστώς έχει αλλάξει στο Ιράν», «κερδίσαμε τον πόλεμο», «ο πόλεμος έχει τελειώσει»– δεν είναι μόνο στρατηγική. Ο Τραμπ είναι στον κόσμο του. Εχει υποκύψει στον μύθο του μεγαλείου του, όπως αυτό εκκολάπτεται μέσα στο θερμοκήπιο της κολακείας όπου έχει κλειστεί.
Πολλοί θυμούνται αυτές τις ημέρες τη στρατηγική της τρέλας του Νίξον. Συμφέρει ο αντίπαλος να πιστεύει ότι είσαι αρκετά παρανοϊκός ώστε να διαπράξεις εις βάρος του το αδιανόητο, κι ας έχει καταστροφικές συνέπειες και για σένα. Συμφέρει να σε θεωρεί ικανό για το «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων».
Ομως, αυτό που παρακολουθούμε, πρωί και βράδυ, δεν είναι η παραφροσύνη ως στρατηγική. Τα όρια μεταξύ του ρόλου και του εαυτού έχουν ρευστοποιηθεί. Φαίνεται να έχει τεθεί σε κίνηση ο ψυχοπολιτικός μηχανισμός: όσο περισσότερο η πραγματική εξουσία αποτυγχάνει και φθίνει, τόσο εκείνος που κρατάει τα σκήπτρα της βυθίζεται στην πλάνη της παντοδυναμίας του. Οσο αυτοκαταστρέφεται, τόσο πιο άτρωτος νιώθει. Τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται.

