Για σχεδόν μισόν αιώνα όταν λέγαμε «Ευρώπη» εννοούσαμε τη μισή Ευρώπη. Η άλλη μισή είχε ξεχαστεί. Είχε αφεθεί μετά το 1945 στη δεσποτεία της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Δυτικά του Ελβα, η Ευρώπη κινούνταν σε άλλο ρεύμα χρόνου – της μεταπολεμικής ανάπτυξης, της δημοκρατίας, του κοινωνικού κράτους, της υπέρβασης των εθνικισμών διά της ενοποίησης. Ιδίως η Κεντρική Ευρώπη, ξένη προς την εξ ανατολών δύναμη που της είχε επιβληθεί, είδε τις αιματηρές εκκλήσεις της, το 1956 στη Βουδαπέστη και το 1968 στην Πράγα, να αντιμετωπίζονται με αδιαφορία –αν όχι με συνενοχή– από την αριστερή διανόηση της Δύσης, που λίπαινε με ιδεολογικό «γράσο» τις ερπύστριες του Υπαρκτού.
Υστερα ήρθε το 1989. Μιλάμε σήμερα για «αλλαγές καθεστώτων» και ξεχνάμε εκείνη τη μεγάλη ειρηνική επανάσταση που οδήγησε στην απελευθέρωση της μισής ηπείρου και πανηγυρίστηκε περίπου ως το τέλος της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Η «κανονική» Ευρώπη θα ενσωμάτωνε την υπόλοιπη στους θεσμούς της. Η ενσωμάτωση επιχειρήθηκε με την ανεπτυγμένη Δύση σε θέση ηθικοπολιτικής ισχύος να αναλαμβάνει το έργο της ρυμούλκησης των εθνών που είχαν υστερήσει – που είχαν μείνει 44 χρόνια στον γύψο. Η «διεύρυνση» της Ε.Ε., με το καθηκοντολόγιο της σύγκλισης απέναντι σε κοινωνίες που δεν είχαν προλάβει να επεξεργαστούν τα τραύματά τους, μπορούσε εύκολα να καταγγελθεί ως απόπειρα επαναποικισμού των «Ανατολικών» από την πλούσια, φιλελεύθερη, υπερεθνική Ενωση και τους θεσμούς της.
Η «άλλη» Ευρώπη στην ιστορική της κοίτη.
Χωρίς αυτό το ιστορικό πλαίσιο, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τον Ορμπαν. Η «τεχνολογία» της δικής του εξουσίας δεν εξαντλήθηκε σε εσωτερικές ολιγαρχικές διευθετήσεις. Η αντοχή του δεν εξηγείται μόνο από το γεγονός ότι ήλεγξε το κράτος και τα μέσα ενημέρωσης, ότι πείραξε τα όρια των εκλογικών περιφερειών και έφτιαξε τα δικά του «τζάκια». Σε συνθήκες εκλογικού ανταγωνισμού δεν θα κατάφερνε να εγκαταστήσει καθεστώς, αν δεν είχε λαϊκό έρεισμα. Αν δεν είχε χτυπήσει μια φλέβα εθνικής ταπείνωσης και ανασφάλειας, πλάθοντας ένα ιδεολόγημα που του έδωσε διεθνή ακτινοβολία, παρά το μέγεθος της χώρας του. Η μετάβαση της Ουγγαρίας στον «ελεύθερο κόσμο» ήταν ατελής (όπως και της Πολωνίας και της Σλοβακίας). Εξ ου και σημαδεύτηκε από πολύ επικίνδυνες υποτροπές στον αυταρχισμό.
Το μέτρο αυτού που έγινε την Κυριακή δεν το δίνει τόσο το ευφορικό ξέσπασμα των Ούγγρων το βράδυ των εκλογών. Το συναισθάνεται κανείς περισσότερο διαβάζοντας εκ των υστέρων την απαισιοδοξία των αντιφρονούντων, που μέχρι την ύστατη ώρα της κάλπης πίστευαν ότι ο Ορμπαν δεν θα φύγει ποτέ. Οτι η Ιστορία είχε γι’ αυτούς τελειώσει. Η μοίρα τους είχε σφραγιστεί.
Αυτό που πέτυχαν οι Ούγγροι την Κυριακή υπενθυμίζει στην –πάλαι ποτέ– Δύση ότι την Ιστορία δεν την υφίστασαι· τη φτιάχνεις. Αντί η αμερικανική παρέμβαση να καθορίσει τα πράγματα στη Βουδαπέστη, οι Ούγγροι έστειλαν ένα μήνυμα ενθάρρυνσης στην αποκαμωμένη δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Τραμπ δεν είναι το τέλος.

