Ποιος ευθύνεται για το κακό

5' 17" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μετά τον θάνατο του Στάλιν (5 Μαρτίου 1953) ο Βασίλι Γκρόσμαν θα αρχίσει να γράφει το τελευταίο βιβλίο του: «Τα πάντα ρει», όπως έχει αποδοθεί στα ελληνικά (μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Γκοβόστης, 2016), άστοχα κατά τη γνώμη μου όσο κι αν η μεταφραστική αυτή επιλογή έχει θεμελίωση μέσα στο κείμενο (σ. 109). Θα το ολοκληρώσει πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου όπου πέθανε (14 Σεπτεμβρίου 1964) και θα εμπιστευτεί το χειρόγραφο στη φίλη του Aννα Μπέρτσερ. Ο ήρωας του μυθιστορήματος Ιβάν Γκριγκόριεβιτς, αφού πέρασε τριάντα ολόκληρα χρόνια σε σοβιετικές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποφυλακίζεται, μετά τον θάνατο του Στάλιν, και επιστρέφει στη Μόσχα. Θα συναντήσει εκεί τον ξάδερφό του, σπουδαίο φυσικό, που καλοπέρασε υπηρετώντας το καθεστώς, ενώ στο Λένινγκραντ όπου ζει η γυναίκα που αγάπησε παντρεμένη πια με άλλον, θα συναντήσει τυχαία εκείνον που τον κατέδωσε. Ο Ιβάν δεν θέλει να εκδικηθεί κανέναν, θέλει μόνο να καταλάβει, να καταλάβει τι ήταν αυτό που οδήγησε στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, τι οδήγησε στον τεχνητό λιμό της Ουκρανίας (1932-1933), όπου εμφανίστηκαν και φαινόμενα κανιβαλισμού (κεφ. 14), τι ήταν αυτό που έκανε κομμουνιστές, ήρωες της Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, να ομολογούν εγκλήματα που δεν είχαν διαπράξει, τι ήταν αυτό που έφερε τον Στάλιν. Θέλει κυρίως να καταλάβει ποιος ευθύνεται για όλα αυτά, ποιοι είναι οι ένοχοι. Η απάντηση, ομολογεί στο συγκλονιστικό έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου, είναι πολύ δύσκολη και δεν επιτρέπει κανενός είδους καταγγελτική βιασύνη.

Ο Γκρόσμαν, προκειμένου να απαντήσει στο δυσαπάντητο ερώτημα, επινοεί τέσσερα πρόσωπα με την ονομασία Ιούδας (όπως ονόμαζαν στα στρατόπεδα τους χαφιέδες): Ιούδας 1, 2, 3, 4. Ο Ιούδας 1 είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, λίγο φιλότεχνος, ενίοτε καλός και γενναιόδωρος. Κάτω από αβάσταχτη πίεση και βία στο στρατόπεδο διέβαλε έναν αθώο. Ο άνθρωπος τον οποίο συκοφάντησε δεν συνελήφθη ποτέ, ενώ εκείνος έκανε δώδεκα χρόνια στο στρατόπεδο, πάντως το γεγονός παραμένει: συκοφάντησε έναν αθώο. Ο Ιούδας 2 έστειλε πολλούς στα στρατόπεδα και στον θάνατο, με ψευδείς κατηγορίες, που δεν του τις απέσπασαν με βασανιστήρια, ο ίδιος άλλωστε δεν πέρασε ούτε μέρα στη φυλακή. Δεν ήταν άνθρωπος χωρίς παιδεία και ευαισθησία: ήταν συλλέκτης σπάνιων εκδόσεων κλασικής ποίησης και έκλαιγε διαβάζοντας το διήγημα του Τσέχοφ «Ο επίσκοπος». Ο πατέρας του πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο αδερφός του είχε πολεμήσει με τους λευκούς και ο ίδιος ήταν ένα τρομοκρατημένο παιδί. Το γεγονός παραμένει: κατέστρεψε πολλούς, ενώ ο ίδιος καλοπέρασε. Ο Ιούδας 3 ήταν πιστός υπηρέτης του κόμματος, που το μοιραίο 1937 συνέταξε διακόσιες καταγγελίες και ελάχιστοι από αυτούς τους διακόσιους γύρισαν ζωντανοί. Δεν έλυνε προσωπικούς λογαριασμούς με όσους κατήγγειλε, έκανε το κομματικό του καθήκον. Ο Ιούδας 4 ήταν φανατικά αφοσιωμένος στο υλικό συμφέρον του, σε κάθε καταγγελία λογάριαζε το όφελος που θα αποκόμιζε από αυτήν, τα αντικείμενα που θα αποκτούσε. Είχε ένα ζωώδες πάθος για πράγματα γιατί είχε ζήσει την έλλειψή τους.

Ο Βασίλι Γκρόσμαν δεν πίστευε σε καμιά ιδεολογία, αλλά μόνο σε δύο αξίες: στην ελευθερία και στην καλοσύνη.

Ο Γκρόσμαν ξέρει ότι πάρα πολλοί άλλοι βρέθηκαν στις ίδιες και χειρότερες ακόμη συνθήκες με τους τέσσερις Ιούδες, αλλά δεν συκοφάντησαν, δεν έστειλαν αθώους στον θάνατο. Η νεαρή Μάσενκα θα πεθάνει στο στρατόπεδο επειδή δεν κατέδωσε τον άνδρα της, που είχε κι αυτός καταδικαστεί σε «δέκα χρόνια χωρίς δικαίωμα αλληλογραφίας», δηλαδή σε θάνατο, επειδή αρνήθηκε να καταγγείλει συναδέλφους και παιδικούς φίλους του ως τρομοκράτες (κεφ. 13). Και παρά ταύτα ο Γκρόσμαν μάς καλεί να μην καταδικάσουμε βιαστικά αυτούς τους τέσσερις, γιατί «είναι τρομερό πράγμα να καταδικάζει κανείς ακόμη και έναν τρομερό άνθρωπο» (σ. 76). Ούτε ο ίδιος θα εκφέρει καταδικαστική κρίση για τους καταδότες, γιατί εκείνο που θέλει είναι να καταλάβει τι φταίει για όλο αυτό το κακό, ποιος ευθύνεται. Το κράτος, θα απαντήσουν οι καταδότες, που τους εξανάγκασε να κάνουν ό,τι έκαναν, το ολοκληρωτικό κράτος με την τεράστια τρομοκρατική δύναμή του, όπου όλοι είναι ένοχοι (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας). Μα, θα συνεχίσει και θα συμπληρώσει ο συνήγορος υπεράσπισής τους, «το κράτος δεν γεννά το ίδιο τους ανθρώπους» (σ. 83), ο σπόρος του κακού βρίσκεται μέσα στην ανθρώπινη φύση και το ολοκληρωτικό κράτος είναι η εύφορη γη που θα τον κάνει να φυτρώσει και να βλαστήσει. Ο Γκρόσμαν πάντως δεν θα απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε, δεν βρίσκει απάντηση. Οσο μυστήριο είναι τι οδηγεί έναν άνθρωπο στην καλοσύνη, άλλο τόσο είναι και τι τον οδηγεί στο κακό. Ακόμη πιο μεγάλο μυστήριο και ταυτόχρονα πιο αποτροπιαστικό δεν είναι το κακό που υπάρχει μέσα σε αυτούς τους καταδότες, αλλά το καλό που συνυπάρχει μαζί του! Πολλοί ήταν καλλιεργημένοι άνθρωποι, σπουδαίοι επιστήμονες, καλοί γονείς, τρυφεροί σύζυγοι! Πόσο καλοί είναι οι χαφιέδες – και πόσο ποταποί (σ. 84)! Δεν είναι όμως όλα μαύρα, μέσα στο «μέγα σκότος» των καταδόσεων, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου, υπάρχει «ολίγο φως και μακρινό», η κρυφή ντροπή που νιώθουμε για την αθλιότητά μας: «όμως γιατί όλο αυτό είναι τόσο οδυνηρό; Γιατί η ανθρώπινη αισχρότητά μας μας κάνει να νιώθουμε τόση ντροπή;» (σ. 84).

Ο Βασίλι Γκρόσμαν δεν πίστευε σε καμιά ιδεολογία, αλλά μόνο, χωρίς αφελή αισιοδοξία, σε δύο αξίες: στην ελευθερία (βλ. εδώ σ. 107) και στην καλοσύνη. Η πολιτική δυνατότητα της ελευθερίας και η ηθική δυνατότητα της καλοσύνης είναι η απάντησή του απέναντι στη δυνατότητα του κακού, η πρώτη ως ανάχωμα στη βία του κράτους πάνω στους ανθρώπους και η δεύτερη ως έκπληξη έναντι της φυσικής ροπής του ενστίκτου προς το κακό. Θα μπορούσα να προσθέσω και η αντοχή της ψυχής: ο Ιβάν Γκριγκόριεβιτς πλήρωσε την τιμιότητά του με τριάντα χρόνια φυλακή. Εχασε τα πάντα, μα άντεξε και δεν έχασε την ψυχή του. Οταν αποφυλακίστηκε ήθελε να γυρίσει στο γενέθλιο χωριό του και στο πατρικό σπίτι, όπου δεν ζούσε πια κανείς. Αφού έχασε και τη δεύτερη αγάπη του, την Αννα Σεργκέγεβνα, που πέθανε από καρκίνο, έφτασε εκεί. «Για μια στιγμή του φάνηκε λες κι ένα εξωπραγματικό αστραφτερό φως, πιο αστραφτερό απ’ οποιοδήποτε φως είχε δει ποτέ, είχε πλημμυρίσει ολόκληρη τη γη. Λίγα ακόμη βήματα και μέσα σ’ αυτό το φως θα έβλεπε το σπίτι του και η μητέρα του θα έβγαινε και θα ερχόταν προς το μέρος του, προς τον άσωτο γιο της, κι αυτός θα γονάτιζε μπροστά της και θ’ ακουμπούσε τα νεανικά και όμορφα χέρια της στο γκρίζο του κεφάλι, που άρχιζε να κάνει φαλάκρα. Είδε συστάδες από αγκάθια και λυκίσκους. Δεν υπήρχε σπίτι ούτε πηγάδι – μόνο λίγες πέτρες που έλαμπαν λευκές ανάμεσα στο σκονισμένο χορτάρι που είχε καεί από τον ήλιο. Στάθηκε εκεί – γκριζομάλλης, με σκυφτούς ώμους, ωστόσο ακόμη ο ίδιος πάντα» (σ. 229-230).

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT