Η τραγωδία των Τεμπών έχει αφήσει ένα εξαιρετικά ισχυρό πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Οχι μόνο λόγω της οδύνης που προκάλεσε, αλλά κυρίως λόγω της διάρκειας και της έντασης με την οποία επηρέασε –και συνεχίζει να επηρεάζει– το πολιτικό περιβάλλον. Η χώρα μας έχει βιώσει και άλλες τραγωδίες, καμία όμως δεν προκάλεσε τόσο εκτεταμένες πολιτικές συνέπειες, υπερβαίνοντας τη σφαίρα του συλλογικού πένθους και αποτελώντας σημείο καμπής όσον αφορά τον δείκτη πολιτικής και θεσμικής εμπιστοσύνης.
Πολιτικά και επικοινωνιακά η τραγωδία των Τεμπών παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα μοναδική ακόμα και στη διεθνή εμπειρία: ένα γεγονός επανήλθε στην επικαιρότητα με μεγαλύτερη δυναμική και σε μεγαλύτερη ένταση από ό,τι την περίοδο που συνέβη. Το 2023, μόλις τρεις μήνες μετά το δυστύχημα, η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εκλογές αυξάνοντας μάλιστα το ποσοστό της. Το 2024, στην πρώτη επέτειο από την τραγωδία, οι εκδηλώσεις μνήμης είχαν συγκινησιακή φόρτιση αλλά περιορισμένο πολιτικό αντίκτυπο. Στη δεύτερη επέτειο, το 2025, το ίδιο ζήτημα –μετά μια επικοινωνιακή καταιγίδα λίγων ημερών, λόγω των ηχητικών ντοκουμέντων που ήρθαν στη δημοσιότητα– μονοπώλησε την επικαιρότητα, οδήγησε σε πρωτοφανείς κινητοποιήσεις, προκάλεσε μεγάλες πολιτικές εντάσεις και τροφοδότησε τη μεγαλύτερη ίσως συγκέντρωση στην ιστορία της Μεταπολίτευσης.
Αυτή η ετεροχρονισμένη αντίδραση υπενθυμίζει ότι η διαμόρφωση των πολιτικών τάσεων δεν είναι ούτε γραμμική ούτε άμεση. Κάποια συλλογικά τραύματα ενίοτε υποχωρούν, αλλά παραμένουν ενεργά στο κοινωνικό υπόστρωμα, έως ότου εκδηλωθούν ξανά με αφορμή μια συγκυρία.
Οι λόγοι που το ζήτημα της τραγωδίας των Τεμπών συντηρήθηκε και επανήλθε με ένταση ήταν πολλοί. Το ίδιο το τραγικό γεγονός εξαρχής εκλήφθηκε όχι ως ένα δυστύχημα, αλλά ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης παθογένειας, μια απόδειξη γενικευμένης αποτυχίας του κράτους. Λειτούργησε επίσης ως αφορμή έκφρασης μιας ευρύτερης δυσαρέσκειας, ατομικής ή συλλογικής, σε μια επιβαρυμένη πολιτικά και οικονομικά (λόγω πληθωριστικής κρίσης) συνθήκη.
Η ευαισθητοποίηση γύρω από αυτό ενισχύθηκε από τις ταυτίσεις που δημιουργήθηκαν, με τον μέσο πολίτη να μπαίνει στη θέση των συγγενών των θυμάτων. Ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και το γεγονός ότι οι αντιδράσεις εκφράστηκαν κυρίως από πρόσωπα εκτός ενεργού πολιτικής. Από πρόσωπα που είχαν ένα ηθικό περίβλημα και μια ιδιότητα που δημιουργούσε αμηχανία ως προς την αντιμετώπισή τους. Σε ένα γονέα που έχει χάσει το παιδί του δεν μπορείς να αντιπαρατεθείς εύκολα, ό,τι και αν λέει. Οταν όμως επί δύο χρόνια μια θεωρία επαναλαμβάνεται συστηματικά, χωρίς αντίλογο, επικουρούμενη μάλιστα από το σύνολο της αντιπολίτευσης και αρκετά ΜΜΕ, τελικά γίνεται κοινός τόπος.
Ο,τι και αν προκύψει από τη δικαστική εξέλιξη του θέματος (των Τεμπών), ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης θα εξακολουθήσει να πιστεύει όσα ήδη θεωρούσε δεδομένα.
Ολα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με διαχειριστικά και επικοινωνιακά λάθη της κυβέρνησης που άλλοτε δημιούργησαν την αίσθηση ότι θέλει να κλείσει βιαστικά το θέμα και άλλοτε ότι παρασύρεται από το κλίμα που διαμορφώθηκε, αποτέλεσαν ένα ιδανικό κοινωνικό και πολιτικό προσάναμμα.
Πολιτικά, το ζήτημα των Τεμπών λειτούργησε ως θρυαλλίδα μιας νέας ριζοσπαστικοποίησης. Με διαφορετική βάση από εκείνη της περιόδου της οικονομικής κρίσης, αλλά με εκ νέου έντονη δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα συνολικά. Και μολονότι δεν άλλαξε θεμελιακά τους πολιτικούς συσχετισμούς, τελικά επέδρασε στο πολιτικό σύστημα αναδιατάσσοντας τις δυνάμεις του. Η αίσθηση απόλυτης κυριαρχίας της κυβέρνησης εξανεμίστηκε. Το πολιτικό περιβάλλον έγινε πολύ πιο τοξικό. Κόμματα με αντισυστημικά στοιχεία και οξεία ρητορική ενισχύθηκαν εις βάρος των πιο παραδοσιακών. Ορισμένα από αυτά, μάλιστα, προσπαθώντας να εκφράσουν εκείνα το κλίμα που διαμορφώθηκε, παρασύρθηκαν σε αυτό το γαϊτανάκι της έντασης ρίχνοντας νερό στον μύλο των ανταγωνιστών τους.
Μετά την προαναγγελία ίδρυσης κόμματος από την κ. Καρυστιανού, τα δεδομένα έχουν κάπως διαφοροποιηθεί. Η ίδια κρίνεται πλέον με διαφορετικούς όρους. Τα κόμματα που τη στήριζαν απολύτως, σήμερα τηρούν αποστάσεις. Η δημοτικότητά της εμφανίζει σημάδια υποχώρησης, λόγω και κάποιων προβληματικών χειρισμών ή δηλώσεών της. Βασικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν γύρω από το δυστύχημα έχουν (μερικώς, έστω) υποχωρήσει. Ενώ κάποιες παλινωδίες ή αντιφάσεις που παρατηρούνται γύρω από την υπόθεση έχουν δημιουργήσει ρήγματα σε ένα μέτωπο που έμοιαζε συμπαγές. Τα συναισθήματα παραμένουν ισχυρά, το τραύμα είναι πάντα ανοιχτό, η απόδοση δικαιοσύνης παραμένει βασικό ζητούμενο, η πολιτική μετουσίωσή τους, όμως, δεν έχει την περυσινή χροιά.
Οι πεποιθήσεις ωστόσο που δημιουργήθηκαν τα τρία αυτά χρόνια δεν θα αλλάξουν εύκολα. Ο,τι και αν προκύψει από τη δικαστική εξέλιξη του θέματος, ένα σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης θα εξακολουθήσει να πιστεύει όσα ήδη θεωρούσε δεδομένα. Η επίδραση του ζητήματος στο πολιτικό περιβάλλον είναι δεδομένη και η αναδιάταξή του έχει ήδη συντελεστεί. Με την αποκατάσταση της πολιτικής και θεσμικής εμπιστοσύνης να μοιάζει ολοένα και πιο δύσκολη.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

