«Η Μαρία είναι αυτό που βλέπετε». Αυτή η αυτοαναφορά σε τρίτο πρόσωπο είναι συχνή στις συνεντεύξεις της πρωινής ζώνης. Είναι πια σταθερή και στις συχνές συνεντεύξεις που δίνει η επίδοξη αρχηγός κινήματος, Μαρία Καρυστιανού, σε όλες τις ζώνες, πρωινές, απογευματινές και βραδινές.
Ακούγοντάς την να πολιτικολογεί επί παντός, κρίνοντας τις «δεξιές πολιτικές» του Τσίπρα και τη στάση του Ανδρουλάκη, εκφράζοντας τη δυσπιστία της για τις μετρήσεις καταλληλότητας του Μητσοτάκη και οπισθοχωρώντας σε μια ψυχρότητα έναντι της Κωνσταντοπούλου, συνειδητο-ποιεί κανείς πόσο έχει μεταβληθεί ο δη-μόσιος ρόλος της. Είναι σαν να ακούει κανείς άλλο πρόσωπο.
Οχι πως όσα έλεγε προτού εκδηλώσει την πρόθεση να πολιτευτεί ήταν πειστικά. Η πρώτη Καρυστιανού είχε παραδοθεί σε έναν καταγγελτικό πυρετό καθολικής αμφισβήτησης όλων των θεσμών που ασχολήθηκαν ποτέ με το δυστύχημα που τη σημάδεψε προσωπικά. Διατηρούσε όμως, μαζί με το συγκινησιακό φορτίο, και το ηθικό πλεονέκτημα – δηλαδή το δικαίωμα να μην κρίνεται κυριολεκτικά, σαν να ήταν πολιτικός, αλλά να της συγχωρείται και η υπερβολή.
Αλλαξε μόνο το πρόσωπο ή και η πρόσληψη της υπόθεσης που εκπροσωπούσε;
Η νέα Καρυστιανού δεν έχει πια αυτή την άλω, ακόμη κι αν εξακολουθεί να δογματίζει σαν να τη διαθέτει. Η ίδια η αξίωση συμμετοχής στον πολιτικό ανταγωνισμό αλλάζει διαμιάς και τους όρους πρόσληψης του λόγου της. Η πλατεία ψήλωσε και έγινε άμβωνας. Το πένθος έγινε ατζέντα.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η μετατόπιση αφορά μόνο το πρόσωπο ή συμπαρασύρει και το ίδιο το θέμα. Συμπαρασύρει το λαν-σάρισμα της Καρυστιανού ως πολιτικού και την κοινή αντίληψη για τα Τέμπη; Επισκιάζουν οι τωρινές σκοπιμότητες και το κύρος των πρότερων αιτιάσεων; Μήπως εκ των υστέρων φαίνονται όλα «πολιτική» – όλα υλικό για συνεντεύξεις;
Αυτή ήταν η κριτική που μπορούσε κανείς να ασκήσει από την αρχή στους πολιτικούς τοκιστές του συλλογικού τραύματος – και πρωτίστως στη Ζωή Κωνσταντοπούλου που διέπρεψε στο «άθλημα»: Η ανάμειξη θεμιτών αμφιβολιών με κατασκευασμένες δοξασίες, η κατάχρηση εισαγγελικού στόμφου ακόμη κι εκεί που δεν υπήρχαν παρά εικασίες τηλεσχολιαστών, συσκότιζαν την υπόθεση που υποτίθεται ότι κρατούσαν ζωντανή στην προσοχή της κοινής γνώμης. Ο θόρυβος δυσκόλευε την αναζήτηση της αλήθειας. Αντί να κατευθύνει την κοινωνική πίεση στην αναζήτηση των ευθυνών για την κατάσταση του σιδηροδρόμου (σύμβαση 717), προκαλούσε μια θυμική διάχυση της προσοχής σε εξαφανισμένα βαγόνια, συρραμμένα βίντεο και πτητικούς υδρογονάνθρακες. Αν ήθελε να προκαλέσει κανείς σκόπιμα αντιπερισπασμό, δεν θα το είχε καταφέρει καλύτερα από τους ξυλολιολόγους.
Το κόμμα της, λέει η νέα Καρυστιανού, θα είναι έτοιμο πριν από το καλοκαίρι. Το περιβάλλον που και η ίδια βοήθησε να δημιουργηθεί, όμως, δεν επιτρέπει την πίστη σε κανένα θεσμό. Σε κανένα κόμμα. Αφού η αλήθεια δεν μπορεί δημοκρατικώς να βρεθεί, δεν μπορεί και κανένας να την αρθρώσει.

