Ειδωλολατρεύοντας το φάντασμα του Αϊ-Λαού

5' 10" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δεν είν’ ανάγκη να λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Ανόητο είναι και αυτοκαταστροφικό. Που σημαίνει, διά της επαγωγής, δεν είναι ανάγκη να λέμε ψέματα στον λαό μας, σ’ εμάς τους ίδιους δηλαδή. Γιατί κουκκιδίτσα του συνόλου, του λαού, είναι ο καθένας μας, όσες ψευδαισθήσεις υπεροχής κι αν ταΐζουν τον εγωισμό του. Και δεν χρειάζεται να λέμε ψέματα για τον λαό μας, και πάλι δηλαδή (και) για την αφεντιά μας.

«Αϊ-Λαός» δεν υπήρξε ποτέ και δεν θα υπάρξει, όποιο νόημα κι αν αποδώσουμε στον όρο «λαός»: του συνόλου των πολιτών της χώρας, του κόσμου ή των «απλών ανθρώπων», «των κοινωνικών τάξεων με χαμηλό ή μέτριο εισόδημα και συνήθως ανάλογο μορφωτικό επίπεδο» («Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας» της Ακαδημίας). Τίποτε πιο σύνθετο από τον «απλό άνθρωπο». Οπου κι αν ανήκουμε πάντως, σε όσους αποθεώνουν άκριτα οποιαδήποτε εκδήλωση του λαού ή στους ψευδοαριστοκράτες που περιφρονούν αλαζονικά οτιδήποτε το λαϊκό, ας θυμόμαστε μια στο τόσο πως υπάρχουν και άλλοι δρόμοι θεώρησης των πραγμάτων, ενδιάμεσοι, μετριοπαθείς.

Αγιοι και ήρωες

Η Ιστορία δεν προβλέπει την ύπαρξη αγιωτικών κοινωνικών πλασμάτων, αυταπόδεικτα ευγενών και άριστων, ούτε τη μαρτυρεί. Κανένα άτομο δεν έχει υπάρξει καθολικά ενάρετο, από την αρχή του ενήλικου βίου του και έως την τελευτή του. Πώς, λοιπόν, να υπάρξει καθολικά ενάρετο ένα περίπλοκο άθροισμα ατόμων γεμάτο πάθη και αντιθέσεις, τριβές και συγκρούσεις, εξαιτίας των διαφορετικών συμφερόντων, ιδεών και στάσεων; Ακόμα και όσοι τιμώνται ως ήρωες, από τον Θεμιστοκλή έως τον Καραϊσκάκη, τα είχαν τα ελαττώματά τους, ασχέτως αν συχνά τα διαγράφει ή τα αποσιωπά ένας ένδοξος θάνατος. Oσο για τους αγίους, φανερώνει πολλά η αγιοκατάταξη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που τα χέρια του τα βάραινε άφθονο αίμα, και οικογενειακό.

Ο λαός είναι πλάσμα της Ιστορίας, όχι των θρύλων και των μύθων. Σχηματίζεται και ανασχηματίζεται κάθε στιγμή, υπό τους όρους της εκάστοτε συγκυρίας. Σπανιότατα έχει μία και μόνη φωνή και σχεδόν ποτέ δεν κυριαρχείται από ένα και μόνο αίσθημα, από μία και μόνη ιδέα. Μπορεί εμείς να βολευόμαστε εννοώντας τον ως οντότητα ενιαία, μονοφωνική και ενάρετη, τέτοια όμως δεν υπήρξε ούτε καν στις κορυφαίες στιγμές της Ιστορίας μας.

Δεν αντιστάθηκαν όλοι οι Ελληνες στους Πέρσες, στους Οθωμανούς, στους Φράγκους, στους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Ούτε βέβαια στον Μεταξά ή στη χούντα. Η τιμή όλων, του έθνους ή του λαού, σώζεται είτε από μιαν ανυποχώρητα ελευθερόφρονη μειονότητα, όπως συνέβη επί δικτατοριών, είτε από την αυτοθυσιαστικά ανταρτεμένη πλειονότητα. Οπως συνέβη με τη μαζική από ένα σημείο κι έπειτα αντίσταση στην τετραπλή Κατοχή του ’40, των Γερμανών, των Ιταλών, των Βουλγάρων και των δωσιλόγων.

Ο λαός είναι πλάσμα της Ιστορίας, όχι των θρύλων και των μύθων. Σχηματίζεται και ανασχηματίζεται κάθε στιγμή, υπό τους όρους της εκάστοτε συγκυρίας. Σπανιότατα έχει μία και μόνη φωνή και σχεδόν ποτέ δεν κυριαρχείται από ένα και μόνο αίσθημα, από μία και μόνη ιδέα.

Μολαταύτα, στους πανηγυρικούς και στα διαγγέλματά μας, αλλά και στα τραγούδια και τα συνθήματά μας, επιμένουμε να δοξολογούμε ένα φάντασμα, τον Αγιο Λαό, που υποτίθεται ότι μιλάει σε μία μόνο γλώσσα και δρα ή αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Μα νά που ακόμα και η υποδοχή των αναπάντεχων οκτώ φωτογραφιών που ανάστησαν μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας ένα από τα εμβληματικότερα επεισόδια της Κατοχής, την εκτέλεση από τους ναζιστές στην Καισαριανή, Πρωτομαγιά του 1944, διακοσίων κομμουνιστών (αρχειομαρξιστές και τροτσκιστές οι ένδεκα, μέλη του ΚΚΕ οι υπόλοιποι), ανέδειξε την αναπόφευκτη κοινωνική ποικιλοφωνία· έναν λαϊκό διχασμό που ακόμα κρατάει.

Οχι. Δεν νιώσαμε όλοι περήφανοι για τη λεβεντιά των εκτελεσθέντων. Δεν υποκλιθήκαμε όλοι στο θάρρος τους, έτσι όπως απαθανατίστηκε στο παράστημά τους, στο καθαρό βλέμμα και στο υψωμένο χέρι τους. Δεν μας τάραξε όλους –μέχρι τη ρίζα της ύπαρξής μας– η αυταπάρνησή τους, η τρομακτική αυθυπέρβαση που έχει λάμψει αρκετές φορές στην ιστορία μας. Οι μάρτυρες της χριστιανικής πίστης όδευαν προς τον θάνατο κραταιωμένοι από τη βεβαιότητά τους για τη δευτέρα παρουσία και τη μεταθανάτια απολαυή του παραδείσου. Η ιδεολογία των διακοσίων δεν προέβλεπε τέτοιου είδους Επέκεινα. Κι αν «έκαναν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου», για να μνημονεύουμε Ανδρέα Εμπειρίκο και «Οδό των Φιλελλήνων», το κατόρθωσαν επειδή στήριξαν ο ένας τον άλλον άχρι θανάτου. Και επειδή τους στήριζε η κοινή πίστη τους σε μιαν ανθρωπινότερη ανθρωπότητα, που παραμένει ανεύρετη.

Δίπλα σε όσους συγκινήθηκαν από τις φωτογραφίες, μπορεί και μέσα στο ίδιο σπίτι και σίγουρα στην ίδια συνοικία, στο ίδιο χωριό, λαός και αυτοί, υπάρχουν εκείνοι που έμειναν παγερά αδιάφοροι ή έσπευσαν να απαξιώσουν όχι μόνο τις φωτογραφίες, αλλά την ίδια την πρωτομαγιάτικη εκτέλεση. Και υπάρχουν και τα φιλοναζιστικά θρασίμια, που έτρεξαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής για να καταστρέψουν το μνημείο. Επειδή πάντως η γλώσσα επιμένει να τσακίζει κόκαλα, φρόντισε τώρα να παγιδέψει όσους από ιδεολογική αλλεργία προς ό,τι αριστερό, επέλεξαν να μιλήσουν για «πατριώτες», όχι για κομμουνιστές. Αποκαλώντας όμως πατριώτες τους εκτελεσμένους, αποδεδειγμένα αριστερούς, καταπάτησαν άθελά τους ένα βασικότατο δόγμα τους: πως η Αριστερά και ο πατριωτισμός «ου συγχρώνται».

Στα νερά της Χίου

Για να προσεδαφιστούμε στο 2026, θα λέγαμε χονδροειδή ψέματα στον εαυτό μας και στους άλλους αν ισχυριζόμασταν ότι ο βιαιότατος θάνατος των δεκαπέντε Αφγανών στα νερά της Χίου άφησε βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική ψυχή μας, ένα ίχνος μνήμης ισχυρό έστω για μια βδομάδα. Υπήρξαν άνθρωποι που όντως συγκλονίστηκαν από τον μαζικό χαμό (για μακελειό επρόκειτο στην πραγματικότητα, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα των ιατροδικαστών) και αρνήθηκαν να προσυπογράψουν το βιαστικό και βολικό αφηγηματάκι του Λιμενικού και των κυβερνώντων: «Το δουλεμπορικό άλλαξε απότομα ρότα, κι έπεσε πάνω στο σκάφος του Λιμενικού. Πολύ λυπούμεθα».

Καθόλου ουδέτερη και περιγραφικώς αδιάβλητη δεν είναι η επιλογή των λέξεων «δουλέμποροι»/«δουλεμπορικό». Τις ακούμε χρόνια τώρα. Επανέρχονται επίμονα και μεθοδικά, σαν ένα υπονοούμενο ισότιμο της αλήθειας: «Ξέρετε, αυτοί οι λαθραίοι είναι δούλοι. Και σαν δούλοι, σαν μη ελεύθεροι, δεν έχουν δικό τους όνομα ούτε ψυχή. Πράγματα είναι. Εστω, ζώα. Αδέσποτα τετράποδα. Εχθρικά. Και αναλώσιμα. Μέλη μιας αγέλης που τη γύμνασαν να εισβάλει στα χώματά μας, να τα καταπατήσει, να μας λεηλατήσει, να μας εκτοπίσει. Δεν το βλέπετε; Τόσο αθώοι είστε; Τόσο ανόητοι; Ή τόσο ανθέλληνες;».

Λαός, δυστυχώς, είναι ότι ένιωσαν λύπη αλλά και ντροπή με το ναυάγιο, λαός, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, και οι άθλιοι που κατέθεσαν την ανώνυμη χυδαιότητά τους στο Διαδίκτυο, γράφοντας ότι «χόρτασαν τα ψαράκια του Αιγαίου». Αυτό το κομμάτι του λαού, μάλιστα, δηλώνει «ελληνόψυχο» και φέρεται σαν αυτοδίκαιος ιδιοκτήτης του πατριωτισμού αλλά και της χώρας όλης. Πατροπαράδοτη μωρία και κατάφωρη εθνοκαπηλεία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT