Το βλέμμα τους δεν μπορείς να το ξεπεράσεις. Είναι ένα βλέμμα αφύσικο, υπεράνθρωπα ατρόμητο. Δεν αγαπούσαν αυτοί οι άνδρες τις ζωές τους; Δεν αγαπούσαν τους δικούς τους; Πώς μπορεί τα πρόσωπά τους να μην είχαν ούτε ίσκιο, ούτε ρυτίδα αγωνίας ή πένθους για το τέλος που τους περίμενε σε λίγα λεπτά;
Αυτό το σάστισμα προκαλούν στον εμβρόντητο θεατή τους σήμερα οι εικόνες της Καισαριανής. Η σιγουριά με την οποία δείχνουν να πορεύονται οι μελλοθάνατοι εκλαμβάνεται από τους περισσότερους ως ένδειξη μιας ηθικής υπεροχής από την οποία οι σύγχρονοι έχουν εκπέσει. Εκείνοι οι άνθρωποι του 1944 έλκονταν από τον ουρανό – πίστευαν σε κάτι που τους υπερέβαινε ως άτομα και γι’ αυτό μπορούσαν να περπατούν με τόση αφοβία πάνω από τα εγκόσμια. Πίστευαν ίσως κάποιοι από αυτούς σε μια πλάνη που έμελλε να αποδειχθεί σκοτεινή. Πάντως, πίστευαν! Δεν τους έσερνε η ζωή, αμέριμνους, σε βιοτικούς υπολογισμούς και ρουτινιάρικους περισπασμούς. Την οδηγούσαν εκείνοι μέχρι την εκπλήρωσή της. Μέχρι τη μάντρα του Σκοπευτηρίου.
Οσο κι αν θαυμάζει κανείς αυτή την υπέρβαση του σκέτου βίου, όσο κι αν τον συγκινεί το παράστημα των ηρώων, δεν μπορεί να αποφύγει τη σκέψη: Πρέπει να ζηλεύει εκείνο το παρελθόν; Πρέπει να αφεθεί, όπως γίνεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα, στη νοσταλγία για εκείνη την εποχή των μύθων που ανάγκαζε τους ανθρώπους να ξεπεράσουν το μπόι τους, που έριχνε τις ζωές τους σε πολέμους και θύελλες, φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με προκρούστεια διλήμματα, όπου στο δεύτερο σκέλος της διάζευξης καραδοκούσε πάντα ο θάνατος. Ελευθερία ή θάνατος. Λαοκρατία ή θάνατος.
Ηταν πολύ κοινός εκείνα τα χρόνια ο θάνατος. Η ανθρώπινη ζωή ήταν αναλώσιμη. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πώς αιματοκυλίστηκε η πόλη, στην οποία είχαν εκτελεστεί οι διακόσιοι, μόλις επτά μήνες μετά την τελευτή τους. Η εξοικείωση με τον πρόωρο, τον «εύκολο» θάνατο ήταν συστατικό του βίου. Ακόμη κι αν δεν είχες ακόμη αποφασίσει να θυσιαστείς, μπορούσε να σε βρει και να σε ηρωοποιήσει πρόωρα μια αδέσποτη σφαίρα.
Ο συρμός οικτίρει το παρόν και τους ανθρώπους του για την καταναλωτική τους ιδιωτεία, για την ηθική τους ρηχότητα. Ποιο από αυτά τα σκυφτά όντα θα ήταν έτοιμο να ξεκολλήσει από την οθόνη του και να γίνει παρανάλωμα μιας μεγάλης ιδέας; Ποιο θα ήταν σε θέση να νιώσει τον κόσμο πέρα από το πετσί του;
Πρόκειται, μάλλον, για μανιχαϊσμό τόσο ρηχό όσο και η ρηχότητα που καταγγέλλει. Η διαθεσιμότητα προς θάνατον συγκρίνεται με την ελεύθερη ζωή που έχει, ευτυχώς, οδηγήσει σε λήθη του αίματος. Κοιμάται άραγε η συνείδησή μας, επειδή στις λέξεις μας δεν αντιτάσσονται τα πολυβόλα; Πρέπει να νιώσουμε ηθικά υποδεέστεροι, επειδή εξασκούμε την ελευθερία μας ποστάροντας φωτογραφίες, επιχρωματισμένες με τα φίλτρα της τεχνητής νοημοσύνης και παραχαραγμένες με τα μελάνια της αστράτευτης ευφυΐας μας; Ή μήπως πρέπει να νιώσουμε τυχεροί που μπορούμε να δινόμαστε σε «εμφυλίους», εικονικούς και ανώδυνους, για το νόημα της ιστορίας; Που μπορούμε να αναζητούμε την κοινή μας ταυτότητα, διαφωνώντας μόνο με τον λόγο, μόνο με τις φευγαλέες απόψεις μας, χωρίς να χρειάζεται να βάλουμε τον σβέρκο μας στον πάγκο κανενός χασάπη, στον βωμό κανενός προφήτη;
Οι εικόνες της Καισαριανής δεν υποτιμούν το αντιηρωικό μας παρόν· αποκαθιστούν την αξία του. Ευλογούν την κατακτημένη μας ελευθερία. Και μας καλούν να την απολαύσουμε.
Ξερά
Επρεπε να συμβεί τώρα; Τώρα που κλυδωνίζονται όλοι οι θεσμοί, έπρεπε να έρθει και το σκάνδαλο που οδηγεί τις ελίτ –ακόμη και τους πρίγκιπες– στην πιο εξευτελιστική απονομιμοποίησή τους; Δεν είναι η σύλληψη του Αντριου δώρο για τους κήρυκες του αντισυστημισμού; Μάλλον είναι το αντίθετο. Η εντύπωση που δίνει μια πολιτεία ότι ο νόμος εφαρμόζεται με ασυμβίβαστη απροσωποληψία, χωρίς να προσκρούει σε ασυλίες και προνόμια, λειτουργεί νομιμοποιητικά. Ο εξευτελισμός του έκπτωτου πρίγκιπα είναι μόνο δικός του. Η ξερή ανακοίνωση που εξέδωσε η Αστυνομία της Κοιλάδας του Τάμεση («συνελήφθη άνδρας στα εξήντα του από το Νόρφολκ») ενισχύει την πίστη στη δημοκρατία όσο εκατό πανικόβλητα δοκίμια για την απειλούμενη ύπαρξή της.

