Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε έναν ισχυρό, θεσμικά κατοχυρωμένο και πολιτικά αναβαθμισμένο συνδικαλισμό. Σε μια κοινωνία που έβγαινε από τη δικτατορία, η συλλογική οργάνωση της εργασίας δεν ήταν απλώς εργαλείο διαπραγμάτευσης, αλλά πυλώνας δημοκρατικής αποκατάστασης. Τα συνδικάτα εξέφραζαν κοινωνικές προσδοκίες, διαμόρφωναν πολιτικές ισορροπίες, επηρέαζαν την ίδια τη φυσιογνωμία του κράτους πρόνοιας.
Η ΓΣΕΕ δεν είναι θεσμός της τελευταίας πεντηκονταετίας – ιδρύθηκε το 1918. Ωστόσο, μετά το 1974 διαμορφώθηκε το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτούργησε ο σύγχρονος ελληνικός συνδικαλισμός. Η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος ήταν περίοδος κινητοποίησης. Οι απεργίες είχαν κοινωνικό βάρος, οι συλλογικές συμβάσεις παρήγαν απτά αποτελέσματα και ο συνδικαλισμός λειτουργούσε ως χώρος πολιτικοποίησης. Ηταν μια στιγμή κοινωνικής ανόδου και διεύρυνσης δικαιωμάτων. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 έδωσε σε αυτή τη δυναμική θεσμική υπόσταση. Ο νόμος 1264/1982 αποτέλεσε τομή: μετέφερε τα συνδικάτα από το καθεστώς επιτήρησης στη θεσμική αυτονομία και τα κατέστησε βασικό πυλώνα της δημοκρατικής ομαλότητας.
Το ΠΑΣΟΚ από τη μία εξέφρασε και ενίσχυσε τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση, αλλά από την άλλη ενσωμάτωσε τον συνδικαλισμό σε μια λογική κρατικής διαχείρισης. Δημιουργήθηκε μια αλληλεξάρτηση κόμματος – συνδικάτων, που προσέφερε σταθερότητα και πρόσβαση στην εξουσία. Αυτό έγινε αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής αρχιτεκτονικής της Μεταπολίτευσης. Η ενσωμάτωση αυτή, όμως, είχε κόστος: η σταδιακή επαγγελματοποίηση των ηγεσιών, η εξάρτηση από θεσμικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, η μακρά παραμονή στις ίδιες θέσεις διαμόρφωσαν ένα συνδικαλισμό περισσότερο διαχειριστικό παρά κινηματικό. Η σύγκρουση υποχώρησε υπέρ της διαμεσολάβησης· η πολιτική γλώσσα παρέμεινε ριζοσπαστική, η πρακτική έγινε τεχνοκρατική.
Η δεκαετία του 1990 και η ευρωπαϊκή σύγκλιση εδραίωσαν αυτή τη μετατόπιση. Σε ένα περιβάλλον εκσυγχρονισμού και μέσα στην ΟΝΕ πλέον, ο συνδικαλισμός λειτούργησε ως συνομιλητής, αλλά όχι ως αντίβαρο. Η οργανωτική πυκνότητα άρχισε να μειώνεται, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα, ενώ οι νέες μορφές εργασίας δεν βρήκαν εύκολα χώρο εκπροσώπησης. Στο μεταξύ, ένα εσωτερικό σύστημα αναπαραγωγής ηγεσιών εδραιώθηκε. Παρατεταμένες θητείες, μηχανισμοί συσχετισμών, χαλαρός έλεγχος και περιορισμένη λογοδοσία διαμόρφωσαν την εικόνα ενός κλειστού κύκλου εξουσίας. Ο συνδικαλισμός έμοιαζε να υπερασπίζεται πρωτίστως τη δική του θεσμική επιβίωση.
Και ύστερα ήρθε η κρίση, που ανέτρεψε θεμελιώδεις ισορροπίες σε σχέση με τις συλλογικές διεκδικήσεις. Με τα εργασιακά δικαιώματα να συρρικνώνονται δραματικά την εποχή των μνημονίων, τα συνδικάτα δεν κατόρθωσαν να συγκροτήσουν μια πειστική στρατηγική αντίστασης ή, έστω, μια εναλλακτική πρόταση. Οι απεργίες χωρίς απτό αποτέλεσμα ενίσχυσαν την αίσθηση συμβολικής, και όχι ουσιαστικής, δράσης. Η κοινωνική επιρροή των συνδικάτων μειώθηκε και δεν ανακτήθηκε ποτέ, και η αξιοπιστία τους τραυματίστηκε. Το μεταπολιτευτικό μοντέλο είχε μάθει να λειτουργεί σε ένα σύστημα όπου η διαπραγμάτευση παρήγε αποτελέσματα. Οταν το σύστημα κατέρρευσε, κατέρρευσε μαζί του και αυτή η στρατηγική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση Παναγόπουλου, πέρα από την όποια δικαστική έκβασή της, δεν είναι κατ’ ανάγκην ένδειξη γενικευμένης παρανομίας. Είναι όμως ένδειξη θεσμικής κόπωσης. Η εικόνα ενός κλειστού συστήματος που ενισχύει την απόσταση μεταξύ ηγεσίας και βάσης. Το ΠΑΣΟΚ, που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το μεταπολιτευτικό αποτύπωμα του συνδικαλισμού και τη σχέση κόμματος – συνδικάτων, βρίσκεται σήμερα σε αμηχανία: η κρίση των συνδικάτων συμπίπτει με τη δική του κρίση εκπροσώπησης.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι κομματικό, αλλά θεσμικό. Μπορεί ο ελληνικός συνδικαλισμός να ενισχύσει τη διαφάνεια, να περιορίσει τις πολυετείς θητείες, να ανοίξει τις δομές του σε εργαζομένους που δεν ανήκουν στον παλιό βιομηχανικό κορμό; Μπορεί να εκπροσωπήσει την επισφαλή, ψηφιακή, κατακερματισμένη εργασία του 21ου αιώνα, περνώντας σε ένα μοντέλο ανανέωσης: λογοδοσία, εναλλαγή προσώπων, πραγματική επανασύνδεση με χώρους εργασίας που δεν υπήρχαν καν ως κατηγορία στη δεκαετία του 1980. Αν δεν συμβεί αυτό, η ΓΣΕΕ κινδυνεύει να παραμείνει θεσμικός παίκτης χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο – και τότε το κενό θα το καλύψουν άλλοι, και πιθανότατα χειρότεροι παίκτες.
Οι δημοκρατίες αποδυναμώνονται όταν οι ενδιάμεσοι θεσμοί τους παύουν να ανανεώνονται. Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε θεσμούς που στήριξαν τη δημοκρατική σταθερότητα. Πενήντα χρόνια μετά, η πρόκληση είναι η μεταρρύθμισή τους. Γι’ αυτό η υπόθεση Παναγόπουλου αντανακλά τη σταδιακή απονομιμοποίηση ολόκληρου του συνδικαλιστικού μοντέλου που γεννήθηκε στη Μεταπολίτευση και που σήμερα δείχνει να έχει φτάσει στα όριά του. Εντέλει, αφορά το κατά πόσον ο μεταπολιτευτικός συνδικαλισμός μπορεί να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να αλλάξει, πριν να είναι πολύ αργά.
*Ο κ. Κ. Κορνέτης είναι επ. καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

