Το ερώτημα που θέτει η πραγματικότητα

3' 54" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός ξόρκισε το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», λέγοντας ότι ο ίδιος δεν συγκρίνεται με το χάος αλλά με τους πολιτικούς αντιπάλους του. Πολιτικά και στρατηγικά ήταν ορθή τοποθέτηση. Το δίλημμα περί χάους, όταν τίθεται από την ίδια τη Ν.Δ., είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για εκείνην, καθώς μπορεί εύκολα να εκληφθεί –και δικαίως– ως βαθύτατα αλαζονικό. Τέτοιου είδους απλουστεύσεις συνήθως λειτουργούν εις βάρος εκείνου που τις υιοθετεί.

Είναι επίσης στρατηγικά ορθό για τη Ν.Δ. να επιχειρήσει να προσγειώσει τη συζήτηση στις επιλογές που υπάρχουν, ακυρώνοντας μια «δημοψηφισματικού» τύπου προσέγγιση των επόμενων εκλογών. Να πάει δηλαδή τη συζήτηση όχι στο ποιος πρέπει να μείνει ή να φύγει, αλλά στο ποιος πρέπει να έρθει, πώς και με ποιους.

Σήμερα, σε μια εκλογικά ουδέτερη περίοδο, το ερώτημα αυτό δεν κυριαρχεί. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις, ωστόσο, το ποσοστό που ανησυχεί μήπως η χώρα μπει στη δίνη μιας πιθανής ακυβερνησίας είναι σημαντικό. Αφορά μάλιστα ψηφοφόρους που δεν είναι «φασαριόζοι», αλλά ψηφίζουν με ψυχρή λογική.

Εξ ου και δεν έχει καμία σημασία το πόσο ξορκίζει το κάθε κόμμα το ερώτημα «τι θα κάνετε την επόμενη μέρα των εκλογών αν δεν υπάρχει αυτοδυναμία». Το ερώτημα υπάρχει και στην πορεία προς τις εκλογές θα τίθεται ολοένα και πιο πιεστικά. Με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα μάλιστα –της κυβερνητικής φθοράς, του μεγάλου κατακερματισμού, του υφιστάμενου εκλογικού νόμου, της σύγκρουσης όλων με όλους– θα μοιάζει εύλογο και επιβεβλημένο, καθώς κανείς δεν θα μπορεί να εγγυηθεί ότι η χώρα θα αποφύγει τη δίνη της πολιτικής αστάθειας.

Το ερώτημα θέτει η ίδια η πραγματικότητα και αφορά τους πάντες. Και τη Ν.Δ. που θα κληθεί να πει τι προτιμά, με κίνδυνο να έχει κόστος, είτε προς το Κέντρο είτε προς τα δεξιά της. Και το ΠΑΣΟΚ, ιδίως αν δεν είναι δεύτερο κόμμα. Και το κόμμα Καρυστιανού, που απορρίπτει αφοριστικά όλα τα παλαιά κόμματα. Και κόμματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας ή η Ελληνική Λύση, αν θελήσουν κάποια στιγμή να βγουν από το κουκούλι της μόνιμης διαμαρτυρίας. Οι πάντες θα κληθούν να απαντήσουν τι ρόλο επιθυμούν να έχουν την επομένη των εκλογών.

«Τι θα κάνετε την επόμενη μέρα των εκλογών αν δεν υπάρχει αυτοδυναμία;». Το ερώτημα υπάρχει και στην πορεία προς τις εκλογές θα τίθεται ολοένα και πιο πιεστικά.

Στην ίδια πρόσφατη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός φάνηκε να ασκεί μια κάποια μεγαλύτερη πίεση προς το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κάλεσε να πει με ποιον θέλει να συνεργαστεί. Η κίνηση αυτή επίσης έχει στρατηγική λογική. Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ διεκδικούν και τα δύο τον χώρο του Κέντρου. Η εκλογική τους βάση έχει αρκετά κοινά δημογραφικά και κοινωνικά στοιχεία. Οι ψηφοφόροι τους έχουν παραπλήσιες απόψεις σε μια σειρά ζητημάτων, κυρίως σε όσα σχετίζονται με τον προσανατολισμό της χώρας. Σε όλες, δε, τις μετρήσεις εντοπίζεται κινητικότητα μεταξύ των δύο κομμάτων και ένα εκλογικό σώμα που ταλαντεύεται ανάμεσά τους. Επιπλέον, ακόμη και σήμερα –μετά επτά χρόνια κυβέρνησης Ν.Δ. και παρά τους αρκετά υψηλούς αντιπολιτευτικούς τόνους του κ. Ανδρουλάκη–, ένα σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει συγκρατημένα θετικά τη σημερινή κυβέρνηση και να διατηρεί πολύ αρνητική άποψη για τον κ. Τσίπρα και λοιπά αριστερά κόμματα.

Είναι συνεπώς αναμενόμενο ότι ο κ. Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να προσεγγίσει το συγκεκριμένο εκλογικό κοινό. Το θέμα είναι πώς αντιδρά το ΠΑΣΟΚ σε αυτό. Οσο ρυμουλκείται προς τα αριστερά, τόσο διευκολύνει τον κ. Μητσοτάκη να προσεγγίσει τον χώρο αυτό, ο οποίος δεν είναι πολύ μεγάλος εκλογικά, μπορεί όμως να αποδειχθεί πολύ καθοριστικός εκλογικά για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί από αυτόν θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το τελικό ποσοστό της Ν.Δ., η οποία δεν έχει πλέον πολλές εκλογικές δεξαμενές. Και δεύτερον, γιατί θα είναι απολύτως κρίσιμος για τη μάχη της δεύτερης θέσης.

Χωρίς το συγκεκριμένο εκλογικό σώμα το ΠΑΣΟΚ θα πιεστεί εκλογικά. Και ενώ ο διακηρυγμένος στόχος του είναι να σταθεροποιηθεί εκείνο ως δεύτερο κόμμα ώστε να γίνει στην πορεία πόλος συσπείρωσης απέναντι στη Ν.Δ., θα κινδυνεύσει, αν δεν το επιτύχει, να μπει το ίδιο σε μια επικίνδυνη περιδίνηση την επόμενη μέρα. Θα είναι άλλος ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ αν είναι δεύτερο κόμμα και άλλος αν εκπέσει ξανά στην τρίτη-τέταρτη θέση. Εξ ου και είναι πολιτικά ακατανόητες οι εισηγήσεις ορισμένων στελεχών του ΠΑΣΟΚ τα οποία, με πρωτοβουλίες αμφίβολης πολιτικής αξίας, ουσιαστικά προτείνουν το Κίνημα να πάρει διαζύγιο με ένα κρίσιμο τμήμα δυνητικών ή υφιστάμενων ψηφοφόρων του. Κινδυνεύουν να επιτύχουν το ακριβώς αντίθετο από ό,τι υποτίθεται πως επιδιώκουν.

Είναι δεδομένο ότι το πολιτικό περιβάλλον στις μέρες μας έχει αλλάξει. Οι κομματικές ταυτίσεις μειώνονται, ο αντισυστημισμός είναι σε έξαρση, το επικοινωνιακό περιβάλλον είναι χαοτικό. Τα κλασικά ερωτήματα, όμως, που αφορούν το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα, δεν γίνεται να μην τεθούν στον προεκλογικό διάλογο. Οποιος δεν απαντήσει πειστικά σε αυτά θα υπονομεύσει την όποια δυναμική του.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT