Ανεύρετη επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια (Β΄)

5' 41" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«”Αμα επιτρέψωσιν οι χρηματικοί πόροι του κράτους”, όριζε το ψήφισμα της Εθνικής Συνελεύσεως Ελλήνων του 1832, σεβαστέ μου εκ Ναυπλίου φίλε, “να κατασκευασθώσιν εκ χαλκού τρεις κολοσσαίοι ανδριάντες, φέροντες τα εμβλήματα της ειρήνης και της φρονήσεως, εξ ων ο εις θέλει σταθή εις Αίγιναν, ο δε κατά την Πελοπόννησον, εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως ή εις Τριπολιτσάν, ο δε τρίτος εις την Στερεάν Ελλάδα κατά το Μεσολόγγιον”. Ούτε χάλκινος ούτε κολοσσιαίος ο ανδριάντας μου. Χάλκινο είδα τον Κολοκοτρώνη πάνω στ’ άλογο. Πετρόμπεη; Οχι. Δεν έχει η πόλη σας Πετρόμπεη, από χαλκό ή από μάρμαρο. Εναν Πετρόμπεη από βαριά σκιά τεράστια έχει. Στον καιρό μου βιαζόμουν. Βιαζόμουν να γκρεμίσω και να χτίσω την ίδια στιγμή. Η αργοπορία μου να ανταποκριθώ στο προσκλητήριο της Επανάστασης και της πατρίδας, των καπεταναίων, των προκρίτων, των λογίων, έδωσε τη σκυτάλη στη σπουδή από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στον ελευθερωμένο τόπο.

Στην πόλη σου, άγνωστε επισκέπτη των ονείρων μου, ήρθα πρώτη φορά Ιανουάριο του 1828. Δεν ήταν αυτή ο προορισμός μου πάντως, κι ας είχε οριστεί καθέδρα της κυβέρνησης και της Βουλής ήδη από τον Μάιο του 1827. Προς την Αίγινα ταξίδευα, πρωτεύουσα προσωρινή, να αναλάβω Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας. Ετσι είχε ορίσει η Τρίτη Εθνοσυνέλευση του έθνους, στην Τροιζήνα. Η θαλασσοταραχή, όμως, διάλεξε να στείλει στο λιμάνι του Ναυπλίου το καράβι, μια κορβέτα των Aγγλων. Θαρρείς και η μοίρα θέλησε να μου το φανερώσει από μιας αρχής πως ο βίος που μου απόμενε θα δενόταν σφιχτά, αξεχώριστα, με την πόλη σου και με τις τρικυμίες.

Aδερφοσφαγή

Οι κανονιές που άκουσα φτάνοντας δεν ήταν για να με τιμήσουν. Θοδωράκης Γρίβας στο Παλαμήδι, Γιαννάκης Στράτος στην Ακροναυπλία. Τα δυο ξαδέρφια έριζαν ποιος θα γίνει ο δεσπότης του Ναυπλίου. Πρόσταξα να πάψουν την αδερφοσφαγή. Με άκουσαν. Μου παρέδωσαν τα φρούρια. Κρέμασαν καριοφίλια και χαντζάρια πάνω απ’ το τζάκι και φίλιωσαν. Τέλος πάντων, έτσι έδειξαν. Η πρώτη μου απόφαση με το νέο μου αξίωμα, του Κυβερνήτη, έγινε σεβαστή. Εγινε πράξη. Μακάρι να το ‘βλεπα αυτό και στα χρόνια που ακολούθησαν.

Αταίριαστο θα μου πεις, μα κράτησα για το τέλος το παράπονό μου. Οχι για τον σκοτωμό μου, όχι. Δεν λέω πως αυτό ήταν το γραφτό μου, δεν τα παραπιστεύω αυτά. Οσο σκέφτομαι στην ατέρμονη ψυχρή αθανασία μου, το ριζικό μου το ‘γραψαν και τα δικά μου χέρια, προπάντων η παθιασμένη μου βιασύνη “να ταχύνω την εποχή” και η σιγουριά μου πως ήμουν ένα κεφάλι πιο ψηλός, καν δυο, απ’ τους Ρωμιούς, που τους μετρούσα ανήλικους ακόμα στο μυαλό και άμαθους στην ελευθερία, στους κανόνες και τους νόμους της, εχθρούς τους πες, και ορκιζόμουν πως το Σύνταγμα στα χέρια τους θα καταντούσε ό,τι και το ξυράφι στα χέρια ενός παιδιού.

Τους λέω Ρωμιούς και νιώθω πάνω μου το βλέμμα του Κοραή πιο πύρινο κι απ’ όταν με κεραυνοβολούσε σαν δεσπότη απόλυτο, σαν τύραννο, γιατί το όνομα αυτό του έθνους το απεχθανόταν, το υπολόγιζε σαν όνομα των υποδούλων στους Ρωμαίους. Ελληνες μάς ήθελε. Ή Γραικούς. Μα ο κόσμος στα τραγούδια του περνούσε απ’ το ‘να όνομα στο άλλο στο παράλλο δίχως περιττή σκοτούρα.

Ο Κοραής; Ενας ακόμη από τους υποστηρικτές μου που μεταστράφηκαν σε πολεμίους μου. Και ο Δημήτριος Υψηλάντης ανάμεσά τους, με είχε καλέσει το 1822 να αναλάβω τα ηνία του επαναστατημένου τόπου. Και ο Πέτρος της Μάνης, αυτός με κάλεσε δυο χρόνια αργότερα. Δίσταζα. Ολο το ανέβαλλα. Κι όταν, Ιανουάριο του ’28, ο Αδαμάντιος μού έπεμψε επιστολή, υπογράφοντας ως “εις γέρων, όστις δεν εκολάκευσεν ουδέ νέος ων ποτέ κανένα”, και με παρότρυνε να γίνω Τιμολέων, όχι Ναπολέων, δεν έψαξα να βρω τι σήμαινε το αρχαίο όνομα, να μαθητεύσω στο νόημά του. Λύτρωσε τους Ελληνες της Σικελίας από τους Καρχηδόνιους ο Τιμολέων, βλαστός της Κορίνθου, κι όταν οι λυτρωμένοι τού προσέφεραν την τυραννία, αρνήθηκε, όπως παλιά ο Σόλων. Δεν του το επέτρεψε “ο θειότατος έρως της κοινής ευδαιμονίας”.

Εχτισα σχολεία. Οσα μπόρεσα. Πόνεσα τα ορφανά και τους αιχμάλωτους, που σέρνονταν στα σκλαβοπάζαρα Δύσης και Ανατολής. Νοιάστηκα τους γεωργούς, μα τις εθνικές γαίες δεν κατόρθωσα να τις μοιράσω όλες στους ακτήμονες. Οι προεστοί τις ορέγονταν σαν ανταμοιβή για ό,τι είχαν δαπανήσει στον Aγώνα.

Σκέφτομαι τώρα ξανά τον Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό, μέγα ποστέλνικο των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Ακουγα τις διαλέξεις του στη Ζυρίχη, εκεί γνωριστήκαμε, κι ο νους μου ανάσαινε. Σύμβουλός μου έγινε και φίλος μου. Και υπουργός μου. Περίπου για δύο χρόνια. Μου στάθηκε όσο κανείς στον πόλεμό μου να λάβει σχήμα και μορφή ο μέγας πόθος μου, η πιο τρανή μου αγωνία: η παιδεία. Τα σχολειά και τα γράμματα. Μα γρήγορα η πολιτεία μου τον ανάγκασε να αποσυρθεί από τα κοινά όσο ζούσα. Εχτισα σχολεία. Οσα μπόρεσα. Πόνεσα τα ορφανά και τους αιχμάλωτους, που σέρνονταν στα σκλαβοπάζαρα Δύσης και Ανατολής. Νοιάστηκα τους γεωργούς, μα τις εθνικές γαίες δεν κατόρθωσα να τις μοιράσω όλες στους ακτήμονες. Οι προεστοί τις ορέγονταν σαν ανταμοιβή για ό,τι είχαν δαπανήσει στον Aγώνα, συγγενείς και γρόσια. Ποιον να πρωτοχορτάσει μια πατρίδα πάμπτωχη;

Στην ταφή του Πετρόμπεη, Ιανουάριο του 1848, ήμουν εκεί, σκιά αθώρητη. Κι άκουσα τον Ιακωβάκη να δοξάζει την “ακραιφνή φιλογένειαν του ανδρός”, τη σπαρτιατική του υπομονή όταν σκοτώθηκε ο γιος του ο Ηλίας, πολεμώντας στην Εύβοια, κι έπειτα ο αδερφός του ο Κυριακούλης, πολεμώντας στην Ηπειρο. Μακριά απ’ τον τόπο τους. Ελληνες πια. Οχι Μανιάτες μόνο.

Οπως ο Παλαμήδης

Για τον δικό μου σκοτωμό, Οκτώβριο του 1831, από τους δύο Μαυρομιχαλαίους, Γεώργιο και Κωνσταντίνο, γιο και αδερφό του Πέτρου, δεν δαπάνησε καν μισή του λέξη ο παλιός μου φίλος. Το όνομά μου το είπε όσες φορές είπε ο Oμηρος το όνομα του Παλαμήδη: καμία. Κι όμως. Κάποιες φορές, όταν επέστρεφα να ξαναδώ μαχαίρι και πιστόλι να τελειώνουν τη ζωή μου στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνος, έβλεπα και τη δική του τη σκιά εκεί κοντά. Να κλαίει. Και παραδίπλα τη σκιά του Πέτρου. Και του Αδαμάντιου. Ενας λυράρης ανάμεσά τους, τυφλός, με μοιρολογούσε δίχως ήχο. Μόνο οι ψυχές των βιαιοθάνατων μπορούν να τον ακούσουν:

“Μια Κυριακή ξημέρωσε, μην είχε ξημερώσει. / Ο Κυβερνήτης κίνησε να πάει στην εκκλησία. / Στην πόρτα όπου επάτησε, σκύβει να προσκυνήσει. / Ο Γιώργης και ο Κωσταντής, δυο μπέηδες της Μάνης, / μια μπιστολιά τού ρίξανε, φαρμακερό μαχαίρι”.

Αλλο είναι όμως το παράπονό μου. Το σπασμένο μου άγαλμα, αυτό μού γδέρνει την ψυχή. Αθικτος ο κορμός και η κεφαλή μου ακέραιη. Μα τα δάχτυλά μου, του δεξιού χεριού μου τα δάχτυλα, κομμένα. Και τα πέντε. Η ανοησία αμνημόνων να τα ‘κοψε να τα ξανάκοψε άραγε ή η αμνησία ανοήτων; Με τιμωρούν τάχα που ενέδωσα κάποιες φορές και επέτρεψα να το φιλήσουν το χέρι αυτό και να το προσκυνήσουν Ελληνες που είχαν ξεματώσει πολεμώντας, αντί να σκύψω να τους αγκαλιάσω, να σηκωθούμε έπειτα μαζί; Ή μήπως επειδή θέλησα να γράψω μονάχος μου το ριζικό μου, αδιάφορος για όσους ζητούσαν να μου σφίξουν το χέρι, να μονοιάσουμε επιτέλους;

Τέτοια με βασανίζουν, σεβαστέ μου άγνωστε, εδώ στην ψυχρή αθανασία μου. Και τώρα πια δεν βιάζομαι να βρω τις απαντήσεις».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT