Είναι οι «αντισυστημικοί» χαμένοι;

3' 33" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Παραμονές των προεδρικών εκλογών του 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε πει: «Αν πυροβολήσω κάποιον στην 5η Λεωφόρο, δεν θα χάσω ούτε μία ψήφο». Η φράση ήταν προφανώς υπερβολική, αποδείχθηκε όμως ότι είχε κάποια βάση. Οι ταυτίσεις αποδείχθηκαν ισχυρότερες από τις πολιτικές συμβάσεις. Και αυτό δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι πολλοί οι ψηφοφόροι που δεν ανέχονται την αμφισβήτηση των βεβαιοτήτων τους, ακόμη και αν αυτές έχουν σχηματιστεί αβίαστα ή ενστικτωδώς.

Ενα κρίσιμο τμήμα ψηφοφόρων ριζοσπαστικοποιείται ολοένα και περισσότερο. Αυτοί δυσπιστούν απέναντι στους θεσμούς. Δεν εμπιστεύονται τα λεγόμενα «συστημικά» ΜΜΕ. Δεν διαβάζουν εμπεριστατωμένες αναλύσεις και δεν ενδιαφέρονται για σύνθετα επιχειρήματα. Ενημερώνονται κυρίως από περιθωριακά Μέσα και από περσόνες (διαδικτυακές ή μη), που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις τους και, αξιοποιώντας στερεότυπα, μετατρέπουν την οργή σε πολιτική ταυτότητα. Πιστεύουν, δε, συχνά ότι συμμετέχουν σε κάτι ηθικά ανώτερο που το «σύστημα» προσπαθεί να καταπνίξει.

Η ριζοσπαστικοποίηση, βέβαια, είναι συνέπεια, όχι αιτία. Οι δε θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν πιο πρόσφορο έδαφος σε ένα περιβάλλον οργής και γενικευμένης δυσπιστίας. Η τάση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε έλλειψη γνώσεων, αλλά κυρίως στην ανάγκη των ανθρώπων να βρίσκουν ερμηνείες για καταστάσεις που μοιάζουν χαοτικές και ενίοτε άδικες. Οι θεωρίες συνωμοσίας ή οι αφορισμοί γίνονται οι απλουστευτικές αφηγήσεις που μετατρέπουν μια σύνθετη πραγματικότητα σε μανιχαϊκό σχήμα: καλοί – κακοί, θύτες – θύματα, κατεστημένο – επαναστάτες. Προσφέροντας έτσι μια ερμηνεία για όλα και μια ψευδαίσθηση υπεροχής απέναντι σε όσους έχουν «συμβιβαστεί».

Τίποτε από αυτά, ωστόσο, δεν είναι πρωτόγνωρο. Αυτό το κοινό υπήρχε πάντα. Απλώς σήμερα είναι πιο ορατό κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, λόγω Διαδικτύου. Δεύτερον –και σημαντικότερο– λόγω της κρίσης πολιτικής εμπιστοσύνης. Οταν τα κόμματα, ο κρατικός μηχανισμός, τα ΜΜΕ, διάφορες «ελίτ» έχουν απαξιωθεί, οι ανισότητες και τα προβλήματα μεγαλώνουν, η καχυποψία αναπόφευκτα αυξάνεται.

Το ερώτημα συνεπώς που προκύπτει, ιδίως για τα «κυβερνητικά» κόμματα (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ / κόμμα Τσίπρα κ.ά.), είναι αν οι αντισυστημικοί ψηφοφόροι αποτελούν χαμένο ακροατήριο ή όχι. Και αν αξίζει να ασχοληθεί κάποιος μαζί τους ή αν πρέπει να επικεντρωθεί σε όσους μπορούν να τους ακούσουν. Η εύκολη απάντηση είναι ότι δεν έχεις λόγο να χάνεις χρόνο με κάποιον που ούτε σε ακούει ούτε μιλάτε ίδια γλώσσα. Είναι, όμως, στρατηγικά ελλιπής.

Υπάρχει πράγματι ένα κοινό που απεχθάνεται πλέον τα παραδοσιακά κόμματα και δεν πρόκειται να τα ψηφίσει ό,τι και αν του πουν. Δεν είναι, ωστόσο, όλοι οι (φερόμενοι ως) «αντισυστημικοί» ψηφοφόροι ίδιοι. Το κοινό αυτό δεν είναι ούτε στατικό ούτε δεδομένο. Η διάκριση «συστημικοί» – «αντισυστημικοί» είναι υπαρκτή, αλλά οι δύο χώροι δεν έχουν στεγανά. Κόσμος μπαίνει και βγαίνει ανάλογα με το κλίμα της εποχής. Η δε πολιτική συμπεριφορά μεταβάλλεται. Οι λόγοι που κάποιος αισθάνεται «εκτός των τειχών» μπορεί να είναι βαθιά δομικοί (αυτός είναι όντως μη προσεγγίσιμος), μπορεί όμως να είναι και συγκυριακοί.

Πριν από δυόμισι χρόνια, η Ν.Δ. πήρε 41% στις εκλογές, επιτυγχάνοντας εντυπωσιακές επιδόσεις σε περιοχές και εκλογικά κοινά όπου παραδοσιακά υστερούσε (Β΄ Πειραιώς, Δυτική Αθήνα, μικροεπαγγελματίες κ.λπ.) και στα οποία σήμερα η αντισυστημική ψήφος μοιάζει να ενισχύεται. Αυτό συνέβη επειδή είχε ένα μήνυμα να προβάλει και απτά αποτελέσματα για να το υποστηρίξει.

Ποιος μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι ψηφοφόροι που πριν από μόλις δυόμισι χρόνια υπερψήφισαν το πιο συστημικό – παραδοσιακό κόμμα της Μεταπολίτευσης πρόλαβαν μέσα σε 30 μήνες να ριζοσπαστικοποιηθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρούνται σήμερα εκ των προτέρων χαμένοι;

Οσο και αν το ριζοσπαστικοποιημένο – αντισυστημικό κοινό δεν αποτελεί προνομιακό ακροατήριο για τα παραδοσιακά κόμματα, δεν πρέπει να αγνοείται. Και ένα μικρό κομμάτι να μετακινηθεί προς αυτά, θα έχουν όφελος. Ενα κόμμα εξουσίας, εξάλλου, οφείλει να λειτουργεί συμπεριληπτικά· και για λόγους πολιτικού συμφέροντος και για λόγους δημοκρατικής ευθύνης. Η εγκατάλειψη ενός μέρους της κοινωνίας στο πολιτικό περιθώριο δεν είναι απλώς λάθος, είναι κοινωνικά επικίνδυνη.

Πώς μπορεί να προσεγγιστεί; Σίγουρα όχι με χλευασμό ή με απλή παράθεση στοιχείων. Δεν μιλάμε για πρόβλημα ενημέρωσης, αλλά εμπιστοσύνης και ταυτίσεων. Μετρημένος λόγος και ύφος χρειάζονται. Αυτοκριτική διάθεση και παραδοχές. Παρουσία και σε εχθρικά επικοινωνιακά «γήπεδα». Επιμονή σε μηνύματα και αφηγήματα που ο άλλος μπορεί να νιώσει ότι τον αφορούν. Οι «συνωμοσιολόγοι» δεν χάνουν από στοιχεία, αλλά από μια καλύτερη, πιο ελκυστική ιστορία. Αυτή πρέπει να αναζητήσουν τα παραδοσιακά κόμματα.

Ακόμη και έτσι, βέβαια, η επιτυχία δεν είναι εγγυημένη καθώς το πολιτικό και ψυχικό ρήγμα είναι μεγάλο. Χωρίς προσπάθεια, ωστόσο, είναι σίγουρο ότι θα μεγαλώσει περαιτέρω.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT