Ανεύρετη επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια (Α΄)

5' 35" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Η αλήθεια είναι, σεβαστέ μου φίλε, πως δεν με γνώρισε κανείς. Δεν με είδε καν. Αφανή καθώς θα ξέρεις τα φαντάσματα. Κανείς στο πέρασμά μου δεν στράφηκε να με κοιτάξει ξαφνιασμένος, παραξενεμένος, μπορεί και τρομαγμένος. Και κανένας βέβαια δεν μου δώρισε βλέμμα σεβαστικό ή βλέμμα λύπης και συμπόνιας. Κανένα χέρι σπλαχνικό δεν με ακούμπησε, δεν τόλμησε ν’ αγγίξει τις πληγές μου.

Μα, θα με ρωτήσεις. Εχουν πληγές τα φαντάσματα; Ναι, ποτέ δεν παύουν να ματώνουν οι ψυχές. Είδα πολλά στα βασίλεια του Αδη, ξέρω. Ενα θα πω μονάχα. Είδα την κεφαλή του ήρωα που καυχιέστε να τον λέτε πρόγονό σας συντριμμένη από τις πέτρες της βαριάς αδικίας, τάχα ότι πρόδωσε τους Ελληνες και πληρώθηκε την ατιμία του με τρωαδίτικο χρυσάφι. Ακόμα αιμορροεί.

Αμέτρητοι οι αδικοσκοτωμένοι, έχουμε τη δική μας εντάφια συντροφιά. Ετσι έτυχε να δω πολλές φορές, ακόμα βλέπω, μια γερόντισσα αγαθή να παρηγορεί τον Παλαμήδη, γι’ αυτόν μιλώ, τον παμπάλαιο ήρωα της πόλης σας. Η Αντίκλεια ήταν, του Οδυσσέα η μάνα, βασίλισσα της Ιθάκης. Τον σπλαχνίστηκε τον λιθοβολημένο, μαζεύει το αίμα του μ’ ένα χρυσό μαντίλι, του τραγουδάει μοιρολόγια, να γαληνέψει η ψυχή του. Τάχα να εκμυστηρεύτηκε ποτέ στον γιο της ότι σπορέας του ήταν ο δαιμόνιος Σίσυφος, όχι ο αγαθός Λαέρτης; Ρωτάς για τον Σίσυφο; Πάντα στον βαρύτατο βράχο του και στην ολισθηρή πλαγιά του. Αφιερωμένος. Με πείσμα άγιο. Λέω θα τον νικήσει τελικά τον Δία.

Κι εσύ ακόμα, άγνωστέ μου φίλε, που ήρθες στα όνειρά μου, όνειρα του Κάτω Κόσμου, απέραντα και απέθαντα, και με κάλεσες να επισκεφθώ την πόλη σου, να δω και να μετρήσω, ή καλύτερα να μετρηθώ με τη μνήμη μου, κοντά δυο αιώνες μετά το φονικό, διπλό, μαχαίρι και πιστόλι, για σιγουριά, δεν μ’ ένιωσες να φτάνω. Δεν με αναγνώρισες. Δεν άκουσες να σου χτυπώ το ρόπτρο. Δεν άνοιξες την πόρτα σου να μπω.

Απ’ το παράθυρό σου μπήκα, το ‘χες ορθάνοιχτο να σε δροσίζει η θάλασσα. Τέλειωνε ο Σεπτέμβριος, μα η ζέστη θερινή, βαριά. Του Ιουλίου. Δεν τη θυμόμουν έτσι στον καιρό μου. Θα ‘ναι κι αυτό ένα από τα πολλά που κατάλαβα πως άλλαξαν. Ή χάλασαν. Δεν είμαι ακόμα βέβαιος για το ρήμα. Μες στα πολλά, πάντως, αλλάξατε και το ημερολόγιο. Το 1923 γείρατε να κοιμηθείτε μια Τετάρτη, 15 του μηνός Φεβρουαρίου, και ξυπνήσατε την Πέμπτη 1η Μαρτίου.

Πού χάθηκαν, αλήθεια, οι δύο εβδομάδες; Πού πάει ο χρόνος όταν περνάει και φεύγει; Δεν έχω απάντηση, γιατί δεν έχω ερώτημα. Τέτοια δεν μας απασχολούν εδώ κάτω, στις αιώνιες μονές. Ωστόσο, για να συνεννογιόμαστε τουλάχιστον σ’ αυτό οι δυο μας, δεν είναι τέλη Σεπτεμβρίου τώρα που ξαναβρίσκομαι στο Ναύπλιο. Αρχές Οκτωβρίου είναι. Οπως και τότε. Ετος 1831.

Μεταξύ μας, ούτε και για τα ελληνικά μου είμαι βέβαιος. Στα ελληνικά της λογιοσύνης, κι όταν ακόμα ήμουν ανάμεσα στους ζωντανούς, δεν αρίστευα. Το ‘χαμε οι Κερκυραίοι της τάξης μου αυτό. Οι ευγενείς. Ιταλοί οι δάσκαλοί μας, τα ιταλικά μαθαίναμε καλά. Εμαθα βέβαια να μιλάω άπταιστα και τα γαλλικά, αυτά ήταν βλέπεις η γλώσσα της διπλωματίας. Αλλά για τα ελληνικά μου, της λογιοσύνης τα ελληνικά, χρειάστηκε να κοπιάσουν πολύ οι δάσκαλοί μου στη Ρωσία. Ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος, πατέρας μου πνευματικός, και ο γραμματέας μου, ο Δημήτριος Μόστρας, απέραντη η βιβλιοθήκη του, τη ζήλευα. Είχα περάσει πια τα τριάντα. Δεν ήταν εύκολο να στρωθώ σε διαβάσματα, να αποστηθίσω κανόνες και εξαιρέσεις. Τους πολλούς κανόνες και τις πάμπολλες εξαιρέσεις.

Πολύγλωσσος, ναι. Στα ρωσικά ο βίος μου στην επικράτεια του τσάρου, στα γαλλικά η δουλειά μου, στα ιταλικά πολλές από τις πρώτες μνήμες του νησιού μου. Και στα ελληνικά, πάντα στα ελληνικά, οι αγωνίες μου και τα όνειρά μου. Οπου κι αν βρισκόμουν. Στα κοινά ελληνικά, τα απλά, πώς αλλιώς να τα ονοματίσω.

Εχουν πληγές τα φαντάσματα; Ναι, ποτέ δεν παύουν να ματώνουν οι ψυχές. Είδα πολλά στα βασίλεια του Αδη, ξέρω. Ενα θα πω μονάχα. Είδα την κεφαλή του ήρωα που καυχιέστε να τον λέτε πρόγονό σας συντριμμένη από τις πέτρες της βαριάς αδικίας.

Νά, σαν κι αυτά που μιλούσα και με τους ίδιους τους δασκάλους μου αμέσως μόλις τέλειωνε η ώρα του μαθήματος, μα και με τους Φαναριώτες μου, Αλέξανδρο Στούρτζα και Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό, και με τον συμπατριώτη μου τον Ανδρέα Μουστοξύδη. Σαν κι αυτά που άνοιγαν την καρδιά μου ή πλήγωναν βαθιά τον νου μου όποτε, στην Αίγινα ή στο Ναύπλιο, στην Τρίπολη κι όπου αλλού, έστηνα κουβέντα με ανθρώπους λαϊκούς, γέροντες ή παλικάρια, δίχως παράσημα να βαραίνουν το στήθος τους και το μυαλό τους, για να μάθω από στόμα απονήρευτο κάτι απ’ την αλήθεια του τόπου μας. Και σαν αυτά που προσπαθώ να σύρω τώρα πάνω σε άφαντο χαρτί, δίχως καν να κινώ το χέρι μου.

Με φράκο ή και χλαμύδα η γλώσσα στα γραφτά μας, με φουστανέλα ή βράκα στις κουβέντες μας; Αλλη η ομιλία κι άλλη η γραφή; Δεν την κατάλαβα ποτέ μου αυτήν τη θεατρική διανομή, αυτόν τον διχασμό.

Το πρώτο που έψαξα να βρω εδώ στην πόλη σου –η ματαιοδοξία δεν μας αφήνει στην ησυχία μας ούτε και κάτω από το μάρμαρο–, ήταν αν περίσσεψε μάρμαρο για να μου στήσετε ανδριάντα. Τον βρήκα εύκολα. Στην πλατεία με τ’ όνομά μου. Μεσήλικος, στο φυσικό μου μπόι, στα ευρωπαϊκά ντυμένος, να κρατάω τα γάντια μου στ’ αριστερό μου χέρι, το δεξί ν’ ακουμπάει σε κορμό βελανιδιάς, κομμένον πλην με φρέσκα βλαστάρια να ζωηρεύουν πάνω του, σημάδι αναγέννησης.

Εθνος συμβόλων είμαστε. Στην αναγέννηση ελπίζοντας κι εγώ, πρόσταξα το 1828 να κοπεί νέο νόμισμα, δικό μας, ελληνικό, ασημένιο, να πολεμήσει τους τούρκικους παράδες και τα γρόσια, καθώς και τα ισπανικά δίστηλα. Και διάλεξα να εικονίζεται στη μια του όψη δάφνινο στεφάνι και στην άλλη ο φοίνικας, το φτερωτό των θρύλων που ξαναγεννιέται από την τέφρα του. Το ίδιο που είχε διαλέξει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης σαν σύμβολο του Ιερού Λόχου και πριν από αυτόν η Φιλική Εταιρία. Σωστά όρισα να αναγράφεται πάνω στα νομίσματα το έτος της κοινής γεννήσεώς μας, 1821, στο αριθμητικό σύστημα των προγόνων, αωκα΄. Μα τ’ όνομά μου; Γιατί θέλησα να μπει το όνομά μου; Δεν ήμουν άνακτας. Κυβερνήτης ήμουν.

“Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος”. Ετσι αναγράφομαι και στον ανδριάντα μου, στη βάση του. Διαβάζω το όνομα του γλύπτη: Μ.[ιχάλης] Τόμπρος. Κι έπειτα μια επιγραφή στα πλάγια της βάσης. Με κεφαλαία: ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΙΝ ΤΟΥ ΙΖ΄ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Ε΄ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1832 ΧΟΡΗΓΙΑΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΑΥΠΛΙΑΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1932 ΔΗΜΑΡΧΟΥΝΤΟΣ Κ.[ΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ] ΚΟΚΚΙΝΟΥ.

Ταχύρρυθμη λοιπόν η αναγέννηση που ονειρευτήκαμε: 1832-1932. Ενας αιώνας. Επρεπε να δαπανηθεί ακριβώς ένας αιώνας ώστε να γίνει επιτέλους πράξη μια απόφαση…».

(Η συνέχεια την άλλη Κυριακή)

* Η «Ανεύρετη επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια σε άγνωστο πατριώτη», παραγγελία του Θοδωρή Γκόνη, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Ακροναυπλίας 2025 (Ναύπλιο, πλατεία Αγίου Σπυρίδωνος, 31 Αυγούστου). Σκηνοθετική επιμέλεια: Ελπίδα Σκούφαλου, ερμηνεία: Ρένη Πιττακή, μουσική συνοδεία: Αλέκος Βρέτος.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT