Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας μπορεί να βελτιώνεται με ανάπτυξη μεγαλύτερη από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με 500.000 νέες θέσεις εργασίας τα τελευταία χρόνια, με συνεχή αύξηση του μέσου εισοδήματος, με σημαντική ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της χώρας λόγω νέων στρατιωτικών εξοπλισμών, με σαφή βελτίωση της ενεργειακής αυτάρκειάς της μετά τη ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ και τις τελευταίες συμφωνίες για τη μεταφορά αμερικανικού LNG.
Ωστόσο, οι Ελληνες παραμένουν σκεπτικοί και απαισιόδοξοι για το μέλλον. Εξι στους δέκα Ελληνες –σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις– δεν είναι ικανοποιημένοι από την οικονομική τους κατάσταση και θεωρούν ότι ζουν σε οικονομική στέρηση. Επτά στους δέκα εκτιμούν ότι η χώρα πάει σε λάθος κατεύθυνση και ότι το επίπεδο της ζωής τους θα είναι χειρότερο τα επόμενα χρόνια. Και οκτώ στους δέκα είναι απογοητευμένοι από την κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και τους θεσμούς της χώρας.
Μια διάχυτη απαισιοδοξία που πηγάζει κυρίως από τη δύσκολη καθημερινότητα του πολίτη (αφόρητο κυκλοφοριακό, χιλιάδες ελλείψεις σε θέσεις πάρκινγκ, ελάχιστη αστυνόμευση), την αυξανόμενη ακρίβεια παντού (ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, σούπερ μάρκετ) και την εμφανή υποβάθμιση της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού με επακόλουθο τη μη πάταξη της ανομίας και την έξαρση της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα.
Η Ελλάδα μπορεί να ανήκει στο κλαμπ των πλουσιότερων 40 χωρών του πλανήτη, όμως σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας αισθάνεται πως η προνομιούχος αυτή θέση δεν το αφορά. Δεν νιώθει ότι η ανάκαμψη της χώρας και η ισχυρότερη οικονομία το περιλαμβάνουν. Δεν αισθάνεται ότι το επηρεάζουν προσωπικά οι επιτυχίες της χώρας, ότι έχει κάποιο μέρισμα από τα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματά της. Θεωρεί ότι οι προσδοκίες του για γρήγορη επιστροφή στην οικονομική ευμάρεια μετά τη δεκαετία των μνημονίων δεν επιβεβαιώθηκαν. Πιστεύει ότι η ψαλίδα των ανισοτήτων μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και των φτωχότερων στρωμάτων συνεχώς διευρύνεται. Αισθάνεται πως οι νόμοι δεν έχουν την ίδια ισχύ για τους οικονομικά κραταιούς και τους λιγότερο προνομιούχους.
Σοβαρό ρόλο στην αυξανόμενη απογοήτευση του κόσμου διαδραματίζει ασφαλώς η φθαρμένη εικόνα της κυβέρνησης, αλλά και του κ. Μητσοτάκη – που διανύει το έβδομο έτος διακυβέρνησης, ενώ κλείνει μία δεκαετία στην αρχηγία της Ν.Δ. Τα λάθη της καθημερινής διαχείρισης, που περνούσαν απαρατήρητα τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης και ξεπερνιόνταν στη συνείδηση του κόσμου με ένα συγγνώμη του πρωθυπουργού, ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης δύσκολα συγχωρούνται. Και προκαλούν οργή όταν το Μαξίμου όχι μόνο δεν τα αναγνωρίζει, αλλά επιχειρεί να τα παρουσιάσει ως επιτεύγματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Αποτέλεσμα: να ενισχύεται η αίσθηση για αλαζονικές συμπεριφορές και καμώματα αυταρέσκειας των υπουργών.
Η έλλειψη ισχυρού πολιτικού αντιπάλου από την πλευρά της αντιπολίτευσης, λόγω της αδυναμίας του ΠΑΣΟΚ να πείσει ότι αποτελεί μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, δημιουργεί ακόμη πιο πνιγηρό πολιτικό περιβάλλον και την αίσθηση εγκλωβισμού του κόσμου. Ενισχύει την οργή και την αποχή από τα κοινά αλλά και την αναζήτηση έκφρασης στην αντισυστημικότητα, στη συνωμοσιολογία και στην εύκολη καταγγελτική συμπεριφορά των social media.
Ενδεικτικά ξεσπάσματα του κόσμου απέναντι σε αυτόν τον πολιτικό εγκλωβισμό ήταν οι πρόσφατες εκφράσεις κοινωνικής οργής που εκδηλώθηκαν με τις μαζικές συγκεντρώσεις λόγω της τραγωδίας στα Τέμπη, αλλά και τις πρωτοφανείς κινητοποιήσεις των αγροτών σε όλη τη χώρα εξαιτίας και του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ.
Γι’ αυτό και η αντισυστημική ψήφος παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, η Πλεύση Ελευθερίας, η Ελληνική Λύση, η Νίκη και η Φωνή Λογικής ξεπερνούσαν αθροιστικά το 25% στις δημοσκοπήσεις. Το ενδεχόμενο, μάλιστα, η κυρία Καρυστιανού να ιδρύσει κόμμα το 2026 αναμένεται να ενισχύσει έτι περαιτέρω την αντισυστημική ψήφο, ενώ δεν αποκλείεται να προσελκύσει και υποστηρικτές από το θρυλούμενο νέο κόμμα Τσίπρα.
Ο χρόνος παραμένει ο μεγαλύτερος εχθρός των (εκάστοτε) κυβερνώντων μαζί με την έλλειψη ενός πειστικού αφηγήματος για το μέλλον. Η επιστροφή στην κανονικότητα ήταν πολύ ισχυρό μήνυμα για τις εκλογές του 2019, δεν έχει όμως απήχηση πλέον στον πολίτη. Ο κ. Μητσοτάκης χρειάζεται επειγόντως μεταρρυθμίσεις, πολιτικές που να βοηθούν τους μη προνομιούχους, αλλά και πειστικό αφήγημα για το μέλλον της χώρας. Αλλιώς το κύμα της αντισυστημικότητας, της παραπολιτικής και της καταγγελίας των πάντων θα πνίξει την πολιτική ζωή και θα κάνει ακόμη πιο δύσκολη την πορεία της χώρας.

