Ποίηση μετά αλλά και μέσα στο Αουσβιτς

5' 24" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Πάουλ Τσέλαν, η Ινγκεμποργκ Μπάχμαν, η Χάννα Aρεντ, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Γκύντερ Γκρας, ο Χανς Μάγκνους Εντσεσμπέργκερ συναριθμούνται στους γερμανόφωνους ποιητές που δοκίμασαν και δοκιμάστηκαν στην αποκάθαρση και ανάκτηση της αναξιόπιστης γλώσσας που κληρονόμησαν. Ποιήματά τους, όπως και πολλών άλλων γερμανόφωνων ποιητών και ποιητριών, που τα επέλεξε και τα μετέφρασε ο Γιώργος Καρτάκης, περιέχονται στον τόμο «Μετά το Aουσβιτς. Ανθολογία γερμανόφωνης ποίησης» (Ροές, 2019).

Η Ρόζε Αουσλέντερ, Εβραία από το Τσερνόβιτς της πολυεθνοτικής Μπουκοβίνας, που εργάστηκε καταναγκαστικά στα χρόνια 1941-1944, προσδιορίζει το σκοτάδι ως κοινή πατρίδα όλων: «Από τη χώρα μου το Πουθενά / έρχομαι / με τις λέξεις μου / σ’ εσένα / ξένε φίλε / λάμψεις απλώνοντας / επάνω στο σκοτάδι / την κοινή μας πατρίδα». Ο Χάινερ Μύλλερ κατορθώνει ένα ποίημα κοφτερά μελαγχολικού σαρκασμού: «Ο πατέρας μου έχει δυο πόδια. / Το ένα είναι ξύλινο / και το έχει απ’ τον πόλεμο. Μαντέψτε τώρα: / Για ποιο είναι περήφανος».

Ο Πάουλ Τσέλαν, που γεννήθηκε το 1920 στο Τσερνόβιτς από Εβραίους γονείς, πίστευε ότι «ένας ποιητής δεν θα εγκαταλείψει το γράψιμο για τίποτα στον κόσμο, ακόμα κι αν είναι Εβραίος και η γλώσσα των ποιημάτων του είναι η γερμανική». «Στο σπίτι του μιλούσαν γερμανικά. Στη συνείδησή του τα γερμανικά θα είναι η γλώσσα της μάνας του που επιμένει ο γιος της να τα μιλάει σωστά και καθαρά, χωρίς να αναμειγνύει στοιχεία από τα γίντις», γράφει ο Χρήστος Λάζος, μεταφραστής του βιβλίου του Τσέλαν «Του κανενός το ρόδο» (Αγρα, 1995).

«Eνας ποιητής δεν θα εγκαταλείψει το γράψιμο για τίποτα στον κόσμο, ακόμα κι αν είναι Εβραίος και η γλώσσα των ποιημάτων του είναι η γερμανική», πίστευε ο Πάουλ Τσέλαν, που γεννήθηκε το 1920 στο Τσερνόβιτς από Εβραίους γονείς.

Το καλοκαίρι του 1941, το Τσερνόβιτς καταλαμβάνεται από γερμανικά και ρουμανικά στρατεύματα. Τον Ιούνιο του 1942 οι γονείς του Τσέλαν οδηγούνται σε στρατόπεδα εξόντωσης στην Ουκρανία. Ο πατέρας του πεθαίνει από τις κακουχίες, τη μητέρα του την εκτελούν με μια σφαίρα στον αυχένα. Ο Πάουλ εκτοπίζεται σε στρατόπεδο υποχρεωτικής εργασίας και δουλεύει στο άνοιγμα δρόμων. Τον Φλεβάρη του 1944 οι Ρουμάνοι διαλύουν το στρατόπεδο. Η Μπουκοβίνα γίνεται σοβιετική επαρχία και οι Ρώσοι επιχειρούν να την εκκαθαρίσουν από την εβραϊκή και τη ρουμανική μειονότητα. Ο Τσέλαν πηγαίνει στο Βουκουρέστι και συχνάζει στους φιλολογικούς κύκλους, ιδίως των υπερρεαλιστών. Επιλέγει ως γλώσσα της ποίησής του τα γερμανικά, όχι τα ρουμανικά. Ελεγε το 1958: «Μέσα σε τόσα που χάθηκαν, μόνο ένα σώθηκε κι έγινε προσιτό, κοντινό: η γλώσσα. Η γλώσσα, ναι, μόνο αυτή σώθηκε, παρ’ όλ’ αυτά. Αλλά έπρεπε να περάσει μέσα από την ίδια την αδυναμία της να δώσει απαντήσεις, να περάσει μέσα από τρομερή αφωνία, να περάσει μέσα από τα χιλιάδες σκοτάδια του θανατηφόρου λόγου. Πέρασε, αλλά δεν βρήκε λέξεις για ό,τι έγινε· αλλά πέρασε μέσα από αυτό το γεγονός».

«Φούγκα του θανάτου»

Το 1952 ο Τσέλαν δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «Αφιόνι και μνήμη», όπου και το ποίημα «Φούγκα του θανάτου». Λίγοι στίχοι, σε μετάφραση του Αντώνη Τριφύλλη, με τροποποιήσεις του Χ. Λάζου: «Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ / το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε νύχτα / πίνουμε και πίνουμε / σκάβουμε έναν τάφο στους ανέμους εκεί δεν είναι στριμωχτά […] Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα / σε πίνουμε το μεσημέρι / ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία / σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε και πίνουμε / ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία το μάτι του είναι γαλανό». Για τους επιζήσαντες των στρατοπέδων, τον Πρίμο Λέβι, τον Ζαν Αμερύ, τον Χόρχε Σεμπρούν, τον Ελί Βιζέλ, τον Ρομπέρ Αντέλμ, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, ήταν τρομακτικά δύσκολο να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στον άνθρωπο, όταν είχαν βιώσει την αποθηρίωσή του. Το κατόρθωσαν όμως. Και δώρισαν στην ανθρωπότητα, σαν αποκούμπι, αλλά και σαν ξυπνητήρι που δεν σωπαίνει ποτέ, τις συνταρακτικές μαρτυρίες τους: το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», το «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση», το «Γραφή ή ζωή», τη «Νύχτα», το «Ανθρώπινο είδος», το «Μαουτχάουζεν».

Μα εδώ μνημονεύω, με σέβας και θαυμασμό, την απίστευτη ψυχική δύναμη των ανθρώπων εκείνων που έκαναν λόγο και τραγούδι τον ακρότατο πόνο τους όχι όταν ο εφιάλτης είχε τελειώσει αλλά την ίδια την ώρα του θανάτου· την ώρα του Ολοκαυτώματος. Μιλώ για το βιβλίο της Μαριάντζελας Χατζησταματίου «Τα τραγούδια του Ολοκαυτώματος των Ελλήνων Εβραίων» (Αλεξάνδρεια, 2024). Η συγγραφέας, διακονώντας τη συλλογική μνήμη, συγκέντρωσε τραγούδια πλασμένα στα στρατόπεδα από Ελληνες Εβραίους και μας τα παρέδωσε μαζί με τη συγκλονιστική ιστορία τους.

Το τραγούδι «Επτά μέρες κλεισμένοι» το έγραψε ο Δαυίδ Χαΐμ, γεννηθείς στη Θεσσαλονίκη το 1926, αριθμός βραχίονα 116387. Ο Χαΐμ, που επέζησε των στρατοπέδων, έγραψε τους στίχους με μολύβι πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί από συσκευασία τσιμέντου, όταν «εργαζόταν» στο υποστρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Μπούνα. Η μελωδία ανήκει σε τουρκικό τραγούδι που αργότερα διασκεύασε στα ελληνικά ο Γιάννης Παπαϊωάννου, με τον τίτλο «Τι τα θέλεις τα λεφτά». Η μετάφρασή του από τη Μ. Χατζησταματίου: «Επτά μέρες κλεισμένοι / σε βαγόνια για ζώα. / Μία φορά κάθε τρεις μέρες / μας αφήναν έξω για αέρα. // Μητέρα μου αγαπημένη, / ήσουν ευλογημένη / που πέθανες στην πατρίδα σου / και δεν πέρασες μέσα από την καμινάδα. / / Πατέρα μου αγαπημένε, / ποιος θα σου το έλεγε / ότι θα ερχόσουν, μαζί με τον αδελφό σου, / στο κρεματόριο του Αουσβιτς».

Ο άγνωστος τραγουδιστής

Ιστορεί η επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Μπέρρυ Ναχμίας (αριθμός βραχίονα 76859) στο βιβλίο της «Κραυγή για το αύριο» (Κάκτος 1989, Αλεξάνδρεια 2020, με επιμέλεια της Οντέτ-Βαρών-Βασάρ): «Μια μέρα, κάποιος Ελληνας που δούλευε μέσα στο κρεματόριο απέναντι, τραγούδαγε φωναχτά στα ελληνικά… και τον ακούγαμε… Αυτή η φωνή θα μείνει βαθιά μες στην ψυχή μου όσο θα ζω… Ηταν μια ανώνυμη ανδρική φωνή που τραγούδαγε κι έκλαιγε κάθε βράδυ ψηλά στο κρεματόριο αριθμός IV κι έλεγε τα πάθη του μ’ αυτά τα λόγια: “Κορίτσια Ελληνίδες / που μ’ ακούτε / τρα-λα-λα-λα-λα-λα // Για να καταλάβετε / σας τα λέω τραγουδιστά / Εδώ οι καμινάδες / που βλέπετε ψηλά / είναι η χειρότερη / φάμπρικα θανάτου // Χιλιάδες Εβραίοι / γέροι, νέοι, μικρά παιδιά / πέφτουν στης φλόγας την αγκαλιά / Το ξέρω, θα με κάψουν κι εμένα / σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχω πια / να διηγηθώ αυτά που βλέπουν / τα μάτια μου τα κουρασμένα // Μ’ ακούτε; Πιστέψτε με / είναι αληθινά φρικτά, / γιατί τα ζω καθημερινά».

Ενας μελλοθάνατος νιώθει βαθιά την ανάγκη της διήγησης και τραγουδάει, καταθέτοντας την αιώνια μαρτυρία του. Ετσι ηττήθηκε ο ναζισμός. Από το ανυπότακτο φρόνημα γενναίων ανθρώπων που άντεχαν ακόμα κι όταν οι μακελάρηδές τους πίστευαν πως τους είχαν τσακίσει επιτέλους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT