Ποιο νόημα θα μπορούσε άραγε να ξυπνήσει σήμερα στο μυαλό του μέσου Ελληνα, του μέσου Αυστραλού, του μέσου γήινου ο ήχος του ονόματος Μπαγκατζιμπίρι; Πιθανότατα κανένα. Και όμως, σε χρόνους παλαιούς και σε κάποιο μέρος του πλανήτη μας, πολύ πριν το ανακαλύψουν οι πεπολιτισμένοι Ευρωπαίοι και υποτάξουν τα «προανθρώπινα» δίποδα πλάσματα που το κατοικούσαν, οι δύο φορείς του ονόματος αυτού, δίδυμοι Γίγαντες, ήταν σεβαστοί και τιμημένοι, σαν τέκνα της Μεγάλης Θεάς Γης, της Ντίλγκα. Μιας από τις δεκάδες Μητέρες Θεές που επινόησαν οι φόβοι και οι ελπίδες του ανθρώπου, η ανάγκη του να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του.
Στη βορειοδυτική Αυστραλία αυτά, όπως διαβάζω στον πλούσιο τόμο «Παγκόσμια Μυθολογία» της Εκπαιδευτικής Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας της Εκδοτικής Αθηνών. Σύμφωνα με τους κοσμογονικούς μύθους της φυλής των Καραντζέρι, αυτοχθόνων που έχασαν την εστία τους όταν έφτασαν εκεί οι στυγνοί ανακαλυψίες, οι Μπαγκατζιμπίρι ήρθαν στη γη με τη μορφή αγριόσκυλων και έπλασαν τα δέντρα, τις πηγές και τους ανθρώπους, πλούτισαν δε την κοινωνία τους με θεσμούς, έθιμα και ιερές τελετές, λόγου χάρη της περιτομής. Κι όταν τέλειωσαν την κοσμογονία μεταμορφώθηκαν σε Γίγαντες. Τους σκότωσε όμως η αγέλη του φθονερού Νγκαριμάν, ανθρώπου-γάτας, που ενοχλήθηκε από τα γέλια τους. Σπλαχνική η μάνα τους, έσταξε από τα στήθη της γάλα πάνω από το μνήμα τους, τους ανέστησε, τους μεταμόρφωσε σε νερόφιδα και πήρε μαζί της στον ουρανό την ψυχή τους.
Τι σήμαινε για τους αυτόχθονες της Αυστραλίας ο μύθος αυτός δεν μπορώ να το ξέρω. Ξέρω μόνο ότι αυτοί οι «πρωτόγονοι», οι «παρ’ ολίγον άνθρωποι», που πελεκήθηκαν άγρια, αφού «δεν είχαν ψυχή», ήξεραν να ζουν απολύτως φιλικά και ισότιμα με τη δύσκολη φύση γύρω τους, γι’ αυτό και τώρα πια οι επίσημες Αρχές, μέσα στον αμήχανο πανικό τους, ζητούν τη συνδρομή τους στην κατάσβεση των τρομακτικών ετήσιων πυρκαγιών. Ηξεραν επίσης να πλάθουν τραγούδια και όνειρα για να αφηγούνται τον κόσμο, τον γήινο και τον ουράνιο, να τον ζουν και να προσπαθούν να τον καταλάβουν.
Μια μέθοδος ερμηνείας των πραγμάτων, υλικών και άυλων, είναι η θεολογία και η μυθολογία των λαών, κι ας μας φαίνεται ότι γειτονεύουν με τα αφελή παραμύθια. Μια μέθοδος για να δοθεί νόημα στην περιπέτεια του βίου, που συχνά μοιάζει μάταιος κι άδειος, μια έρημος στη δικαιοδοσία του θανάτου. Γι’ αυτό και είναι τόσο συνηθισμένο στις μυθολογικές διηγήσεις το θέμα της νικηφόρας κατάβασης στον Αδη αφενός, το θέμα της ανάστασης αφετέρου, θεών, ηρώων ή και ανθρώπων. Σ’ αυτό το δεύτερο θέμα υπόκειται ένα ζήτημα που μοιάζει υποδεέστερο, στην πραγματικότητα όμως είναι το κύριο: Ο φθόνος των θεών για τα υποτιθέμενα πλάσματά τους είναι τόσο μεγάλος, που τους στερούν το δώρο της αθανασίας, τη δυνατότητα να νικήσουν τον χρόνο.
Τυπικό παράδειγμα τα συμβάντα με ήρωα έναν «δικό μας», τον Ασκληπιό, που συγκαταλεγόταν στους λεγόμενους «μειλίχιους» θεούς, όσους καταπράυναν τον πόνο τον ανθρώπων αποδεχόμενοι τις προσφορές τους. Και αυτός, όπως οι Γίγαντες της Αυστραλίας, είχε στενή σχέση με τα φίδια. Αυτά ήταν το σύμβολό του, τυλιγμένα γύρω από ένα ραβδί, αρχικά δε, όταν τον θεωρούσαν χθόνιο δαίμονα, ήταν και ο ίδιος οφιόμορφος. Ο Ασκληπιός, που τον θυμήθηκα και πέρυσι πασχαλιάτικα, έμαθε την ιατρική από τον Κένταυρο Χείρωνα. Το μυστικό της ανάστασης όμως το βρήκε μόνος του. Οταν ο Περσέας σκότωσε τη Μέδουσα, στον ύπνο της, για σιγουριά, και χρησιμοποιώντας τη γυαλισμένη ασπίδα του σαν καθρέφτη, ώστε να μην απολιθωθεί από το βλέμμα της, η Αθηνά πήρε το κεφάλι της και το στερέωσε στο κέντρο της αιγίδας της. Οπλο τρομερό.
Μια μέθοδος ερμηνείας των πραγμάτων, υλικών και άυλων, είναι η θεολογία και η μυθολογία των λαών. Μια μέθοδος για να δοθεί νόημα στην περιπέτεια του βίου, που συχνά μοιάζει μάταιος, έρημος στη δικαιοδοσία του θανάτου. Γι’ αυτό και είναι συνηθισμένο το θέμα της νικηφόρας κατάβασης στον Αδη αφενός, το θέμα της ανάστασης αφετέρου.
Το αίμα που έτρεχε από την πληγή της Γοργόνας το μάζεψε ο Περσέας (ή η Αθηνά σε άλλες αφηγήσεις) και από αυτόν το προμηθεύτηκε ο Ασκληπιός, ποιος ξέρει με τι πειράματα, διαπίστωσε τις μαγικές ιδιότητές του: Το αίμα που είχε τρέξει από την αριστερή φλέβα του τερατώδους πλάσματος ήταν θανατηφόρο δηλητήριο, εκείνο όμως που είχε τρέξει από τη δεξιά φλέβα ήταν φάρμακο που μπορούσε να αναστήσει νεκρούς. Και όντως ανέστησε αρκετούς, διάσημους και άσημους. Ωσπου αγανάκτησε ο Δίας, σαν ιδιοκτήτης του χρόνου και της αθανασίας, και κεραυνοβόλησε τον φιλάνθρωπο Ασκληπιό.
Τους είχε πάντα έτοιμους τους κεραυνούς της τιμωρίας ο αρχιθεός. Η εκδικητική ετοιμότητά του συναγωνιζόταν την ερωτική, η οποία πρέπει να ευθύνεται τελικά για τον τίτλο που του αποδόθηκε, «πατέρας των θεών και των ανθρώπων». Και τον Σίσυφο με κεραυνό τον ξεπάστρεψε, σύμφωνα με μια μυθολογική παραλλαγή, όταν ο βασιλιάς της Κορίνθου αποκάλυψε πως ο λιμπερτίνος Ολύμπιος είχε απαγάγει την όμορφη Αίγινα, κόρη του Ασωπού. Εδώ ωστόσο μας ενδιαφέρει η δεύτερη παραλλαγή. Ο οργισμένος Δίας έστειλε τον δαίμονα του θανάτου να σκοτώσει τον Σίσυφο, αυτός όμως κατάφερε να παγιδέψει τον θανάσιμο επισκέπτη του και να τον αλυσοδέσει. Κι έτσι για λίγο, πολύ λίγο, οι άνθρωποι έπαψαν να πεθαίνουν.
Φουρκισμένος ο Δίας, ελευθερώνει τον δαίμονα κι αυτός, πρώτη του δουλειά, σκοτώνει τον Σίσυφο και τον ξαποστέλνει στον Κάτω Κόσμο, να ησυχάσουν επιτέλους οι θεοί. Αμ δε. Ο Σίσυφος είχε στήσει ήδη τη μηχανή του. Είχε προστάξει τη σύζυγό του να μην τον κηδέψει κατά τα θέσμια, να μην του αποδώσει τις νεκρικές τιμές, γεγονός υβριστικό απέναντι στους θεούς, κατωκοσμίτες και πανωκοσμίτες. Ζήτησε λοιπόν ο παμπόνηρος ειδική «άδεια ανόδου», να επιστρέψει στη γη τάχα για να τιμωρήσει την ασεβή σύνευνό του. Πράγματι, ανέβηκε και φυσικά «ξέχασε» να ξανακατεβεί. Γι’ αυτό κι όταν πια ετελεύτησε, σε βαθύτατα γεράματα, τον περίμενε το αιώνιο μαρτύριο, ν’ ανεβάζει σε μια πλαγιά έναν πελώριο βράχο. Η πλαγιά ετούτη έγινε ο δικός του Ολυμπος, ανεπιθύμητος όμως.
Ο Ματ και ο Κατ
Στη Μελανησία, μια φορά κι έναν καιρό, τον θεό του θανάτου τον έλεγαν Ματ. Αυτόν τον παγίδεψε, σαν άλλος Σίσυφος, ο παρθενογεννημένος καλόβουλος θεός Κατ, εντούτοις η επιπολαιότητα ενός αδερφού του επέτρεψε στον θάνατο να αποδράσει. Ενας ακόμα μύθος από τους δεκάδες που έπλασε η ανθρωπότητα για να αιτιολογήσει τη μοιραία θνητότητά της. Και για να αποδεχτεί ότι το άλλο όνομα των ανθρώπων, των καβαφικών «βιαστικών κι άπειρων όντων της στιγμής», είναι τελεσίδικα εκείνο το «επάμεροι» του Πίνδαρου στον 8ο Πυθιόνικο. Κι όμως, ο ποιητής ανοίγει μια χαραμάδα. Μεταφράζω: «Εφήμεροι· τι είναι κανείς; Και τι δεν είναι; / Ενός ίσκιου το όνειρο ο άνθρωπος. / Μα λαμπηδόνα θεόσταλτη αν τον βρει, / φέγγος λαμπρό τον αγκαλιάζει / και πια γλυκιά η ζωή του». «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα» δεν λέει το λαμπριάτικο αέρι του Σολωμού;
Καλό Πάσχα, αγαπητοί.

