Οι επέτειοι, είτε γεγονότα αφορούν είτε πρόσωπα, είναι πάντα μια πιθανότητα που όμως σπάνια ωριμάζει σε δυνατότητα και πολύ πιο σπάνια καρπίζει και κατασταλάζει σε βιωμένη πραγματικότητα. Φταίει συχνά και η συγκυρία, που ματαιώνει την ευκαιρία σχεδόν εν τω γεννάσθαι. Γιορτές μνήμης πρέπει να είναι οι επέτειοι. Που να μην εξαντλούνται στην αναπόφευκτη εξοιδημένη ρητορική της πανηγύρεως και στα ανέξοδα και άνευρα τελετουργικά, αλλά να αναμοχλεύουν τα αισθήματα και τις σκέψεις μας με τόλμη και αυτοκριτική προθυμία. Ωστε να υπηρετήσουν έναν αναστοχασμό ανελλιπώς και διά παντός απαιτούμενο.
Των λογοτεχνών οι επέτειοι κινδυνεύουν σαφώς λιγότερο από τις επισήμως αποκαλούμενες εθνικές. Και τους πρωτοκορυφαίους της ποίησής μας αν τιμάμε, τους εθνικούς, όταν στρογγυλεύουν τα χρόνια από τη γέννηση ή τον θάνατό τους, ο κύκλος των ενδιαφερομένων είναι μικρός: το λογοτεχνικό σινάφι, ίσως και κάποιες εστίες της εκπαίδευσης, που υπάρχουν χάρη στην πρωτοβουλία πεισματάρηδων δασκάλων.
Τον Μανόλη Αναγνωστάκη τον θυμόμαστε ιδιαίτερα φέτος μια και κλείνουν εκατό χρόνια από τη γέννησή του και είκοσι από τον θάνατό του. Για πολλούς πάντως η επετειακή υπόμνηση περιττεύει. Μιλώ για όσους αγαπούν απροϋπόθετα και βαθιά το έργο του και επιστρέφουν σ’ αυτό ξανά και ξανά, δίχως να χρειάζονται εξωτερική παρακίνηση.
Ο Αναγνωστάκης είναι σπουδαιότατο κεφάλαιο της νεοελληνικής ιστορίας, λογοτεχνικής και πολιτικής, καθόλου πιθανό δεν είναι πάντως να του αποδοθεί ο τίτλος του εθνικού ποιητή. Είναι ωστόσο κάτι πολύ ευρύτερο και βαθύτερο από ποιητής της Αριστεράς, μόνο της Αριστεράς. Είναι ένας από τους δυναμικότερους εκπροσώπους μιας αριστερής διανόησης σφόδρα αντιδογματικής, αμφισβητησιακής και αυτοκριτικής, οι ιδέες της οποίας πολεμήθηκαν ακόμα και μέσα στον θεωρητικά οικείο της κομματικό χώρο. Η ποίηση για τον «Ψηλό» δεν ήταν τρόπος αποχώρησης από τα κοινά, από την ιδεολογικοπολιτική αγορά και τους κινδύνους της, αλλά τρόπος να αυτοπραγματώνεται ως υπεύθυνος πολίτης· ένας τρόπος άμεσης δράσης της καλλιτεχνικής του συνείδησης. Εκεί και μόνο εκεί τον οδηγούσε η ηθική ποιότητα του αιρετικού παρεμβατικού λόγου του, ποιητικού, κριτικογραφικού και σχολιαστικού-δημοσιογραφικού.
Ενας αντιστασιακός ήταν πάντα ο Αναγνωστάκης. Ενας ενοχλητικός. Για την ίδια την παράταξή του αλλά και για όσους της «άλλης μισής Ελλάδας» συνηθίζουν να ταυτίζουν την αριστεροσύνη με την εθνοπροδοσία. Αίφνης, έξι χρόνια πριν, Απρίλη του 2019, κάποια ναζιστάκια έδειξαν με τη βάναυση βλακεία τους πόσο ενοχλητικός παραμένει ο Αναγνωστάκης. «Κάπου θα έτυχε ν’ ακούσουν αυτοί οι αστοιχείωτοι το όνομα του Μανόλη Αναγνωστάκη», έγραφα τότε στην «Κ». «Θ’ άκουσαν επίσης ότι το 1949 καταδικάστηκε δις εις θάνατον από το έκτακτο στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης, ε, πείστηκαν πως ήταν μέγας εχθρός της πατρίδας – και παραμένει. Λέρωσαν λοιπόν με νεοφασιστικά σύμβολα την πρόσοψη του σπιτιού του, στη συμβολή των οδών Μητροπολίτου Γενναδίου και Ιουστινιανού, κοντά στην πλατεία Αριστοτέλους, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Και βανδάλισαν την πινακίδα που έγραφε το εξής βαρέως αντεθνικό: “Στο σπίτι αυτό γεννήθηκε το 1925 ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης. Εμεινε εδώ με την οικογένειά του μέχρι το 1941” (με ωμέγα χαραγμένο το μικρό όνομα του ποιητή, παρότι το έγραφε με όμικρον). Θα βαρέθηκαν τα παλικάρια να βεβηλώνουν το ένα εβραϊκό μνημείο μετά το άλλο κι είπαν ν’ αλλάξουν διαιτολόγιο μίσους. Αλλωστε ο Αναγνωστάκης, κάπου θα το πληροφορήθηκαν κι αυτό οι φιλομαθείς, ήταν σεσημασμένος φίλος των Εβραίων της πόλης».
Είναι ένας από τους δυναμικότερους εκπροσώπους μιας αριστερής διανόησης σφόδρα αντιδογματικής, αμφισβητησιακής και αυτοκριτικής.
Πιθανότατα οι χιτλερόφιλοι αυτοί είναι πνευματικά τέκνα όσων διαμαρτύρονταν το μακρινό 1965 επειδή στην Καλλιτεχνική Επιτροπή του ΚΘΒΕ «διωρίσθη ένας κομμουνιστής απέφθου ερυθρότητος, αφού έχει καταδικασθή δις εις θάνατον επί εσχάτη προδοσία». Εξαιρετική τωόντι αυτή η «άπεφθος ερυθρότης». Τη σχετική πληροφορία τη βρήκα στη «Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-2023)». Την εκπόνησε ο ακάματος Δημήτρης Δασκαλόπουλος και την εξέδωσε πέρυσι εκτός εμπορίου ο «Ομιλος Φίλων Μανόλη Αναγνωστάκη», που εδρεύει στη γενέτειρα του ποιητή, το χωριό Ρούστικα του Ρεθύμνου.
Ο όρος «βιβλιογραφία» σήμαινε καταρχάς ό,τι λένε τα συνθετικά του: γράψιμο βιβλίων. Αργότερα δήλωνε την αντιγραφή χειρόγραφων βιβλίων, ιδίως από μοναχούς και καλλιγράφους. Τέλος, τη σύνταξη καταλόγων με τίτλους δημοσιευμάτων, ειδικού ή γενικού ενδιαφέροντος.
Με την τρίτη της σημασία, η βιβλιογραφία είναι μια τέχνη διακονίας. Προϋποθέτει μεράκι, μόχθο, πείσμα, υπομονή, γερά νεύρα, ερευνητική μέθοδο και καταγραφικό σύστημα. Με δυο λέξεις, προϋποθέτει ανθρώπους αφιερωμένους, που διαθέτουν ισχυρό πνεύμα αλληλεγγύης προς τους συγγραφείς του παρελθόντος, το έργο των οποίων αποδελτιώνουν, απαθανατίζοντάς το, αλλά και προς τους συγγραφείς του παρόντος και του μέλλοντος, τη δουλειά των οποίων υπηρετούν.
Πρώτος ο Εμίλ Λεγκράν συνέταξε «Ελληνική βιβλιογραφία» για την περίοδο από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα. Για τα έτη 1800-1863 υπάρχει η βιβλιογραφία του Δ.Σ. Γκίνη και του Β.Γ. Μέξα, για δε τα έτη 1864-1900 το τρίτομο έργο του Φίλιππου Ηλιού και της Πόπης Πολέμη (ΕΛΙΑ). Κορυφαίοι ειδικοί βιβλιογράφοι ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ο Κυριάκος Ντελόπουλος και ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο ποιητής και κριτικός που του οφείλουμε τη βιβλιογραφία του Καβάφη, του Κατσίμπαλη, του Σεφέρη, του Ελύτη και του Αλέξανδρου Κοτζιά.
Οι βιβλιογραφίες διακρίνονται σε περιγραφικές (απλή καταγραφή βιβλιογραφικών στοιχείων), αναλυτικές (τα λήμματα παρουσιάζονται εκτενώς), κριτικές (ο βιβλιογράφος σχολιάζει τις εγγραφές του) και εξαντλητικές, όταν ο βιβλιογράφος φιλοδοξεί να καλύψει το όλον. Η αναγνωστακική βιβλιογραφία του Δασκαλόπουλου, η ρίζα της οποίας φτάνει στο 1993, όταν δημοσιεύτηκε ως «Σχεδίασμα» στο «Αντί», είναι εξαντλητική-περιγραφική, αρκετά λήμματά της πάντως παραδίδονται εκτενή. Ο βιβλιογράφος αποδελτίωσε 113 ελληνικές έντυπες εκδόσεις και 21 ξενόγλωσσες, καθώς και πέντε εφημερίδες. Ψηφίδα την ψηφίδα, πληροφορία την πληροφορία, σχηματίζεται ένας διαφωτιστικά πλούσιος οδηγός για κάθε πτυχή της δημόσιας παρουσίας του Αναγνωστάκη, λογοτεχνικής και πολιτικής, αλλά και ένας ευκρινής κοινωνικοπολιτικός χάρτης εξήντα χρόνων.
Ολα έχουν τη σημασία τους, όλα είναι μια χρήσιμη πινελιά στην προσωπογραφία που σχηματίζεται. Από τον αριθμό των κριτικών για κάθε νέο βιβλίο του ποιητή (7 για τις «Εποχές» του 1945, 14 για το βιβλίο «Υπέρ και Κατά. Σημειώσεις Κριτικής» του 1963, 5 για το «Περιθώριο ’68-’69» του 1979, 11 για τον τερπνό «Μανούσο Φάσση» του 1987, 16 για το «ΥΓ.» του 1992) έως τους ξένους ποιητές που μετέφρασε (τον Λόρκα πρωτίστως) και τα ψευδώνυμα που επέλεξε: Φανή Δημαρά, Δήμος Κρητικός, Ο θείος Λένον που σ’ όλα απαντά, Ο θείος Λένον που σε τίποτα πια δεν απαντά, Ο Ρανταλάν. Και βέβαια Μανούσος Φάσσης, ένας απαράμιλλα ευθύβολος σατιρικός.

