Δεν είναι εύκολο να μπει το τζίνι πίσω στο λυχνάρι. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός άνοιξε λίγο μετά τις εκλογές, σε μια συνέντευξή του στο Bloomberg, το θέμα της ισότητας στο οικογενειακό δίκαιο. Μέχρι τότε, οι σχετικές ενδοκυβερνητικές συζητήσεις είχαν κρατηθεί κρυφές. Η προεκλογική αντιπαράθεση θα έβλαπτε τον σκοπό. Και ο σκοπός ήταν να περάσει η μεταρρύθμιση «κάποια στιγμή» μέσα στη δεύτερη τετραετία.

Το πλαίσιο που έχει ετοιμαστεί είναι περίπου αυτό που παρουσίασε με απλότητα η Ντόρα Μπακογιάννη. Οι άνθρωποι δεν περιμένουν τον νομοθέτη για να ερωτευτούν, να συμβιώσουν, να αποκτήσουν παιδιά. Υπάρχει μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα που δεν αναγνωρίζεται από τον νόμο. Υπάρχουν –ζουν ανάμεσά μας– οικογένειες χωρίς ίσα δικαιώματα. Ή ακόμη χειρότερα: οικογένειες που αναγνωρίζονται κανονικά στην Ευρώπη και παύουν να υπάρχουν με το που θα πατήσουν το πόδι τους στο αεροδρόμιο των Αθηνών.
Από τη στιγμή που η συζήτηση άνοιξε, δεν μπορεί να κλείσει.
Αυτή η οπτική γωνία –νομοθετούμε για τα δικαιώματα των παιδιών και όχι για τα δικαιώματα των γονέων τους– είχε θεωρηθεί ως κατάλληλη για να πειστεί όχι συνολικά η κοινή γνώμη, αλλά η κατηγορία εκείνη των μετριοπαθών πολιτών που αμφιταλαντεύονται, χωρίς να έχουν ακόμη ισχυρή πεποίθηση για το ζήτημα. Αυτούς ακριβώς θα ήθελε η κυβέρνηση να μην εκθέσει στην πόλωση των στερεοτύπων, που ανασύρονται από τον δικό της χώρο, φορτίζοντας μια αλλαγή στο Αστικό Δίκαιο ως υπέρ πάντων αγώνα για την οντολογία του έθνους.
Το «μη μιλάτε άλλο για τον γάμο» στοχεύει στο να καθαρίσει η ατμόσφαιρα από τους τοξικούς δογματισμούς που παράγει η ίδια η πλειοψηφία. Το Μαξίμου θα ήθελε ένα reboot. Να κρυώσει για λίγους μήνες η συζήτηση. Να ξεχαστεί. Και να δοκιμάσουμε, πιο ήρεμα και πιο πολιτισμένα, με επιχειρήματα και χωρίς υστερίες, από την αρχή.
Πρόκειται μάλλον για ευγενή πλάνη. Τέτοια «κατάλληλη στιγμή» δεν πρόκειται να υπάρξει. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος για να έρθει αυτή η μεταρρύθμιση, κι αυτό μπορεί κανείς να το διαισθανθεί όχι μόνο από αυτούς που την κράζουν προληπτικά, αλλά και από τις δυνάμεις τού –υποτίθεται– προοδευτικού Κέντρου, που την αντιμετωπίζουν με την περιδεή σιωπή τους.
Σε αυτό το κακοφωνικό περιβάλλον κάθε στιγμή μπορεί να είναι πιο ακατάλληλη από αυτή που πέρασε.

