To ΠΑΣΟΚ πανηγυρίζει. Γιατί; Επειδή δύο πρώην πρόεδροι του ΠΑΣΟΚ δήλωσαν ότι είναι ΠΑΣΟΚ (πράγμα που μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αλλά αν ανατρέξει κανείς στην όχι και τόσο μακρινή ιστορία διασπάσεων του κόμματος, συνειδητοποιεί ότι δεν είναι). Μετά τον Κώστα Σημίτη, «με το ΠΑΣΟΚ» δήλωσε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Η Χαριλάου Τρικούπη έδρεψε –και διένειμε– την ομολογία πίστεως, αποσιωπώντας όμως τα αυτο-κριτικά της συμφραζόμενα.

Ο Βενιζέλος αναφέρθηκε και στην κούρσα του κόμματός «του» με τον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνοντας ως ορόσημο τις ευρωεκλογές. Μετά το ταμείο της ευρωκάλπης, θα έχει ξεκαθαρίσει ο μικρο-συσχετισμός μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μπορούν να αρχίσουν και οι μεταξύ τους διεργασίες για τη συγκρότηση ενός αντιπολιτευτικού πόλου. Ο όρος αυτός είναι μόνο ποσοτικός. Τα δύο κόμματα θα μπορούν να συνομιλήσουν αφού μάθουμε ποιος είναι δεύτερος και ποιος τρίτος. Ποιοτικά όμως σε ποιο πεδίο πρέπει να δοκιμάσουν να αθροίσουν τις δυνάμεις τους; Τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει το «προοδευτικό αντίβαρο»;
Ποιος (δεν) διαχειρίζεται «συμπεριληπτικά» τα σύμβολα;
Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ περιγράφει ένα κόμμα που θα «αναλαμβάνει τον κίνδυνο των προτάσεών του»· που δεν θα φοβάται το πολιτικό κόστος. Εδωσε μάλιστα ως παράδειγμα πολιτικού κόστους τη φορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών. Είναι η περιγραφή αυτή συμβατή με το σημερινό ΠΑΣΟΚ;
Αρκεί κανείς να συγκρίνει τις αντιδράσεις της Χαριλάου Τρικούπη και της Κουμουνδούρου στην πρώτη κυβερνητική πρωτοβουλία με πραγματικό κόστος – στο φορολογικό. Θα δυσκολευτεί να τις ξεχωρίσει. Πράγμα που σημαίνει ότι η ώσμωση ήδη συντελείται. Αλλά με προδιαγραφές όχι και πολύ βενιζελικές.
Εδώ και χρόνια, ήδη πριν από τις εκλογές το 2019, ο Βενιζέλος μιλούσε για την ανάγκη «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ. Η προφητεία εκπληρώνεται. Μόνο που με τη στρατηγική ήττα διανοίγεται ήδη στην Κεντροαριστερά το στρατηγικό κενό.

